Τρίτη 14 Ιουλίου 2009

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ Αρχιμ. π.Αλεξάνδρου Μαστράτου Πρωτοσυγγέλου Ι. Μητροπόλεως Παροναξίας


Ο πάμφωχος και διαχρονικός αυτός φωστήρας της Εκκλησίας μας, ο μέγιστος διδάσκαλος της Ορθοδοξίας και του Γένους μας, γεννήθηκε στην Χώρα της Νάξου το έτος 1749 από ευσεβείς και ενάρετους γονείς, τον Αντώνιο και την Αναστασία Καλλιβρούτση. Κατά την βάπτισή του έλαβε το όνομα Νικόλαος. Νηπιόθεν γαλουχήθηκε με τα ζωογόνα νάματα της ευσεβείας και της πίστεως και ανετράφη "εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου", όπως παραγγέλλει ο θείος Παύλος(Εφεσ. ΣΤ' 4).Την έμφυτη προς τα θεία κλήση του, αύξησε η χριστιανική αγάπη πού πήρε από το οικογενειακό του περιβάλλον και μάλιστα από την εκλεκτή του μητέρα, την δε ευφυΐα του εκαλλιέργησε και πολλαπλασίασε η μελέτη και η σπουδή. Προώδευε στην αρετή και στην γνώση κατά τρόπο θαυμαστό. Κατ' αρχήν, φοίτησε στην γενέτειρά του και στην Σχολή Αγίου Γεωργίου περιοχής Γρόττας, Χώρας Νάξου, με διδάσκαλο τον Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο, αυτάδελφο του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.Τις γνώσεις του συμπλήρωσε στην περίφημη Ευαγγελική Σχολή τής Σμύρνης, όπου φοίτησε για πέντε χρόνια, με διδάσκαλο τον Ιερόθεο Βουλισμά, διευθυντή της Σχολής αυτής. Τόσο διέπρεψε ο Άγιος Νικόδημος στις σπουδές του, ώστε, ενώ σπούδαζε, εδίδασκε τους συμμαθητές του. Και ο Ιερόθεος αργότερα τον παρακαλούσε να έρθει στην Σμύρνη για να τον διαδεχθεί στη διεύθυνση της Σχολής αυτής. Στην Σμύρνη έλαβε ο Νικόδημος πληθωρική μόρφωση, που εκτός από τη θεολογική επιστήμη περιελάμβανε ακόμα γνώσεις φιλοσοφικές, οικονομικές, ιατρικές, αστρονομικές και στρατιωτικές.Μελετούσε πολύ την Αγία Γραφή, τους Πατέρες, και όλους τους ποιητές. Ήταν άριστος χειριστής του λόγου, γνώριζε την Κλασσική Φιλολογία και την Ιαμβική Γλώσσα. Μιλούσε άριστα την γαλλική, ιταλική και λατινική γλώσσα επίσης.Είχε προικιστεί από τον Πανάγαθο με σπάνια χαρίσματα, όπως είναι η ισχυρότατη μνήμη, η οξύτατη νοημοσύνη, η αστραποβόλα αντίληψη κ.λπ. Ό,τι μελετούσε μια φορά μπορούσε να το θυμάται και να το απαγγέλει απ’ έξω σε όλη του τη ζωή. Ολόκληρα κεφάλαια της Γραφής απήγγειλε από στήθους και θυμόταν όλους τους κώδικες των Βιβλιοθηκών των Μονών του Αγίου Όρους. Υπήρξε ένα πραγματικό φαινόμενο για την εποχή του και το κέντρο του θαυμασμού και τού παραδειγματισμού.Το έτος 1770, αφού απεφοίτησε από την Σχολή, επέστρεψε στην Νάξο. Τότε, για μια πενταετία περίπου εργάστηκε ως Γραμματέας της Μητροπόλεως Παροναξίας με την εποπτεία και την καθοδήγηση του Μητροπολίτου Παροναξίας Ανθίμου του Γ (1742-1779). Η μητέρα του εμόνασε στην Ιερά Μονή Χρυσοστόμου Νάξου, με το όνομα Αγάθη. Ο Νικόδημος ήταν λάτρης της μοναστικής πολιτείας. Αυτή την έμφυτη επιθυμία του γιγάντωσε η γνωριμία του με σπουδαίους μοναχούς του Αγίου Όρους και με άλλες προσωπικότητες, όπως είναι ο Άγιος Μακάριος Νοταράς Επίσκοπος Κορίνθου κ.λπ. Το έτος 1775 ήρθε στην Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους. Εκεί εκάρη μοναχός με το όνομα Νικόδημος.Ως μοναχός διεκρίθη για την οσιότητα του βίου του, τους πνευματικούς του αγώνες και για την ασκητικότητά του. Πνευματοφόρος, Θεοχαρίτωτος και γνήσιος Πατέρας και ορθόδοξος θεολόγος διδάσκαλος, δυναμικά απέκρουσε τις αιρέσεις και τις κακοδοξίες των ημερών του. Είναι ο πρύτανης των "Κολυβάδων", αυτών που ήθελαν δηλαδή τα Ιερά Μνημόσυνα των νεκρών να γίνονται Σάββατο και όχι Κυριακή. Ένεκα της εμμονής του στις παραδόσεις και στο Πνεύμα των Ιερών κανόνων της Εκκλησίας μας, υπέστη ταπεινώσεις και διωγμούς. Όμως, αυτά του χάρισαν και τον στέφανο του ομολογητού.Ακτημοσύνη, παρθενία και υπακοή είναι τα μεγέθη τα οποία έφθασε και εβίωσε σε πληρότητα.Υπήρξε ένας αετός του Πνεύματος, πού πέταξε από το Νότιο στο Βόρειο Αιγαίο, από την αγιοτόκο Νάξο στον αγιοτρόφο Άθωνα. Εκτός όμως από τις μοναστικές αρετές υπηρέτησε και το έργο της διδαχής, συγγράφοντας.Κατά διαστήματα έρχεται σε έρημες περιοχές για περισσότερη άσκηση.Έβλεπε νοερά, ζούσε καθημερινά την αιωνιότητα, αλλά συγχρόνως έβλεπε και τα συμβαίνοντα στον περίγυρο. Δεν έβλεπε μόνο τον ουρανό, αλλά και την γη. Αισθάνεται τον πόνο των Ορθοδόξων που μέσα στο σκοτάδι της δουλείας αγωνίζονται. Και προς χάρη του κόσμου προσεύχεται. Κοπιάζει, αγρυπνεί, παρακαλεί, συγγράφει, μάχεται κατά των δαιμόνων. Δεν κινείται άγονα, μονόπλευρα και νοσηρά. Αντίθετα πονάει για τους αδελφούς του και την σωτηρία τους. Και καρποί της αγάπης του για τον Θεό και τον άνθρωπο είναι οι πάνω από εκατό τόμοι των συγγραμμάτων του, τα κυριώτερα από τα οποία είναι: "Αόρατος Πόλεμος”, “Πνευματικά Γυμνάσματα”, “Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον”, “Κήπος Χαρίτων"‚ "Νέον Μαρτυρολόγιον”, “Εορτοδρόμιον”, “Συναξαριστής”, “Ερμηνεία των επιστολών του Παύλου” Λάτρης του Τυπικού και της Λατρείας της Εκκλησίας μας, λάτρης και μιμητής των αγίων, μέχρι τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, αδιάκοπα επικοινωνούσε με τον Τριαδικό Θεό, τον Οποίο τόσο δυνατά αγάπησε και ευηρέστησε. Είναι αυτός που πρώτος τονίζει την αξία και την σπουδαιότητα της συχνής μας συμμετοχής στο Ιερό Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Έγραψε μάλιστα και ειδικά βιβλία, με τον τίτλο “Περί συνεχούς Θείας Μεταλήψεως”. Δέχθηκε το ταξίδι για τον ουρανό πανέτοιμος, με ήρεμη την συνείδηση ότι άξια αγωνίσθηκε τον “καλόν αγώνα”. Με την καθημερινή του συμμετοχή στο σωστικό Δείπνο της ζωής, με την έντονη μυστηριακή του ζωή, που κορυφώθηκε τις τελευταίες μέρες λίγο πριν κλείσει τα μάτια του, με την αδιάλειπτη προσευχή, παρέδωσε την ψυχή του την οσιακή στον Κύριο, την Τετάρτη 14 Ιουλίου του έτους 1809 τις πρώτες ορθρινές ώρες και σε ηλικία μόλις 60 ετών, και στο κελλί των Σκουρταίων, στις Καρυές του Αγίου Όρους. Τα τελευταία του λόγια ήταν η απάντηση που έδωσε στους μαθητές του όταν τον ρώτησαν αν ησυχάζει:“Τον Χριστό έβαλα μέσα μου και πώς να μη ησυχάσω;”.Την είδηση της κοιμήσεώς του με θλίψη έμαθε ο εκκλησιαστικός, θεολογικός, μοναστικός και όχι μόνο, κόσμος της εποχής του. Σημειώνει ο χρονογράφος σχετικά με την κοίμηση του αγίου Νικοδήμου: "Ανατέλλοντος του αισθητού ηλίου, εις την γην, εβασίλευσεν ο νοητός ήλιος της Εκκλησίας του Χριστού. Έλειψεν ο πύρινος στύλος, ο οδηγών τον νέον Ισραήλ εις ευσέβειαν. Εκρύβη η νεφέλη η δροσίζουσα τους τηκομένους τω καύσωνι των αμαρτιών”. Είναι ακόμη χαρακτηριστική και η σκέψη την οποία εξέφρασε τότε ένας Χριστιανός. “Πατέρες μου, καλύτερον ήτο να απέθνησκαν σήμερα χίλιοι χριστιανοί και όχι ο Νικόδημος”. Κατά καιρούς, πολλά εγκώμια γράφτηκαν για τον Άγιο Νικόδημο, όπως: "Υπήρξε ο μέγιστος των μονασάντων από συστάσεως του Αγίου Όρους”. “Υπήρξε ο πάντοτε πενία τρυχόμενος και γιγαντωθείς προ της ασήμου ημών γενεάς”. Κατά τον V. Grumel, “υπήρξε κανονολόγος, λειτουργιολόγος, αγιογράφος –δηλαδή ερμηνευτής των Γραφών, ασκητικός συγγραφεύς, εκδότης βιβλίων, εις των πλέον γονίμων συγγραφέων και αναμφιβόλως ο πλέον φιλόπονος Μοναχός, παρά του οποίου δοξάζεται η ελληνική Εκκλησία”. Κατά τον Θ. Σπεράντσον, ο Άγιος Νικόδημος υπήρξε πρόδρομος της εθνικής παλιγγενεσίας. Ο Luis Petit γράφει πως ο Νικόδημος με τα βιβλία του αντικατέστησε το ζωντανό κήρυγμα του Κοσμά του Αιτωλού κ.λπ. Ο Ιερός Νικόδημος αναμφίβολα υπήρξε ο κορυφαίος εκφραστής του οσιακού βίου και η θύρα που οδηγεί στην ορθόδοξη πνευματικότητα. Είναι ο εξαίσιος θεολόγος και ο ασίγαστος διαχρονικός διδάσκαλος της Ορθοδοξίας και του Γένους. Αποτελεί δε σπανιότατο φαινόμενο συνδυασμού σπανίων θείων χαρισμάτων, αγιότητος βίου, ασκήσεως και συγγραφικής παραγωγής. Ότι και όσα αν πούμε για την μορφή αυτή δεν λέμε τίποτα, ούτε και μπορούμε να την κλείσουμε στις λίγες αυτές γραμμές. Ο ίδιος, εξυμνώντας τον Ιερό Χρυσόστομο, έλεγε: “Αν μπορεί κανείς να συμπεριλάβει μέσα σε ένα κουτάλι την θάλασσα, άλλο τόσο μπορεί και να εξυμνήσει τον Ιερό Χρυσόστομο”. Και εμείς λοιπόν επαναλαμβάνουμε το λόγια αυτά του Αγίου Νικοδήμου, και λέμε: “Αν μπορεί κανείς να συμπεριλάβει μέσα σ’ ένα κουτάλι τη θάλασσα, έτσι μπορεί ν’ αναφερθεί επαρκώς στον Όσιο Νικόδημο”. Η Εκκλησία μας επάξια από το έτος 1955 τον κατέταξε στις δέλτους τού Αγιολογίου της. Από την ημέρα της Κοιμήσεώς του, εφέτος συμπληρώνονται 190 ολόκληρα χρόνια. Στο πέρασμα τόσων χρόνων, ο Άγιος Νικόδημος εξακολουθεί να είναι ο άσβεστος και πάμφωτος φάρος, που φωτίζει και κατευθύνει την πορεία όλων μας προς την ακύμαντη Βασιλεία του Θεού, εκεί πού υπάρχει η αιώνια πανευτυχία και η αληθινή δόξα. Προς την κατεύθυνση αυτή, μας καλεί να κινηθούμε ο βίος του Αγίου Νικοδήμου! Ο άγιος Νικόδημος εορτάζει κατά την καθιερωμένη Πανήγυρη τής 14ης Ιουλίου. Ωσαύτως, εορτάζει την πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, κατά την καθιερωθείσα προσφάτως Σύναξη των Πέντε Αγίων τής Παροναξίας, η οποία τελείται στο νεόδμητο Ι. Ναό των Ναξίων Αγίων Νικοδήμου του Αγιορείτου και Νικολάου του Πλανά, στην πόλη της Νάξου. Ακόμη, την Τρίτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου στην Πάρο, όπου επίσης τελείται η Σύναξη των Αγίων.Οι Ασματικές Ακολουθίες του Αγίου Νικοδήμου, οι οποίες ευρίσκονται σε λειτουργική χρήση, συντάχθηκαν από τον αείμνηστο Υμνογράφο, Μοναχό Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, από τον Σεβ. Μητροπολίτη Πατρών κ. Νικόδημο, καθώς και από τον Αρχιμ. Νικόδημο Παυλόπουλο, Ηγούμενο της Ι. Μονής Λειμώνος Λέσβου.
Αγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ήμων

Ὁ Φώτιος Κόντογλου καὶ τὸ ἔργο του τοῦ Ἰωάννου Φ. Ἀθανασοπούλου, Θεολόγου - Φιλολόγου




Ἡ ἀφιέρωση τοῦ παρόντος τόμου τῶν «ΔΙΠΤΥΧΩΝ» τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸν μακαριστὸ Φώτιο Κόντογλου ἀποτελεῖ εὐῶδες μνημόσυνον στὴν μνήμη ἐκείνου, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικό του φρόνημα καὶ τὴν βαθιὰ θρησκευτικότητά του, μὲ τὸν «χυμώδη λόγον ἀληθείας» καὶ μὲ τὴν «πολύφωνη γλῶσσα τῶν χρωμάτων καὶ τῶν σχημάτων τῆς ἐσωτέρας ἡσυχίας καὶ σιωπῆς», ἀνεδείχθη ὁ φλογερὸς ἀπόστολος τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ μέγας ἀπολογητὴς τῆς πίστεως, ὁ ὑπέρμαχος προστάτης τῆς Ἑλληνορθοδόξου Παραδόσεως. Εἶναι ὁ ἐλάχιστος φόρος τιμῆς πρὸς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος, μὲ τὸ πολυσχιδὲς καὶ ἀσυνήθους εὐρύτητος ἔργο του, ἔδειξε κατευθύνσεις στὸν ἀδιέξοδο πνευματικὸ λαβύρινθο τῆς ἐποχῆς του καὶ συνέβαλε στὴν ἀφύπνιση τῆς ὑπνώττουσας συνειδήσεως τοῦ σύγχρονου Ἑλληνισμοῦ.

Υἱὸς τοῦ Νικολάου Ἀποστολέλλη καὶ τῆς Δέσποινας Κόντογλου, ἀδελφῆς τοῦ ἡγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Παρασκευῆς Κυδωνιῶν, Ἀρχιμανδρίτου Στεφάνου Κόντογλου, τὸ ἐπώνυμο τοῦ ὁποίου ἔλαβε καὶ μὲ τὸ ὁποῖον ἔκτοτε εἶναι γνωστός, ἐγεννήθη τὴν 8ην Νοεμβρίου 1895 στὸ Ἀϊβαλὶ (Κυδωνίες) τῆς Μ. Ἀσίας καὶ ἐκοιμήθη τὴν 13ην Ἰουλίου 1965 στὴν Ἀθήνα, σὲ ἡλικία 70 ἐτῶν. Τοὺς μαθητικούς του χρόνους ἐπέρασε στὴν πατρίδα του, τὸ Ἀϊβαλί, ὅπου καὶ ἐτελείωσε τὸ τότε Σχολαρχεῖον καὶ τὸ Γυμνάσιον. Ἀπὸ μικρὸς ἐγαλουχήθη στὰ νάματα τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς πίστεως καὶ ἐδέχθη τὸν ζῶντα Λόγον τοῦ Θεοῦ μὲ ἐκπληκτικὴ εὐαισθησία. Ἀκολούθως ἦλθε στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ σπουδάσει ζωγραφικὴ στὴν Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν, στὴν ὁποία ἔγινε ἀμέσως δεκτὸς στὸ τρίτον ἔτος. Δὲν ἔμεινε ὅμως ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὶς σπουδές του, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν τὶς ὁλοκλήρωσε. Ταξίδεψε σὲ ἀρκετὰ μέρη καὶ ἔζησε στὴν Γαλλία ἕξι ἔτη, ὅπως δὲ γράφει ὁ ἴδιος αὐτοβιογραφούμενος, ἐπιδόθηκε μὲ πάθος στὴν Βυζαντινὴ Τέχνη καὶ μὲ τὴν μελέτη της προσπάθησε νὰ δημιουργήσει ὕφος Ἑλληνικὸ στὴν ζωγραφική, ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὴν τέχνη τοῦ μεσαίωνα, τὴν τουρκοκρατία καὶ ἀπὸ τὸ ἀθάνατο λαϊκὸ Ἑλληνικὸ πνεῦμα(1). Ζοῦσε ζωγραφίζοντας, γράφοντας καὶ ὀνειροπολώντας περισσότερο.

Ἐπέστρεψε στὴν γενέτειρά του τὸ 1919 καὶ διορίσθηκε καθηγητὴς τῆς Γαλλικῆς γλώσσας καὶ τῆς Ἱστορίας τῆς Τέχνης στὸ παρθεναγωγεῖο τοῦ Ἀϊβαλίου, στὸ ὁποῖον ἐδίδαξε δύο χρόνια. Κατὰ τὴν Μικρασιατικὴ καταστροφὴ κατέφυγε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴν Λέσβο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Ἀθήνα, ὅπου ἐγκαταστάθηκε μονίμως.

Στὴν Ἀθήνα συνεπῶς τὸν Κόντογλου τὸν ἔφερε ἡ θύελλα τῆς καταστροφῆς, «τὰ αἰόλια δρολάπια» τῆς προσφυγιᾶς. Καὶ ἀπὸ τὰ ἅγια ἐκεῖνα μέρη, ποὺ εἶναι καθαγιασμένα μὲ τὰ τίμια αἵματα τῶν Μαρτύρων καὶ Ὁμολογητῶν τῆς πίστεως, μὲ τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Ὁσίων καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι τὸ λίκνον τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ Κόντογλου ἔφερε μαζί του «ὅ,τι πιὸ πολύτιμο ἀπὸ τὴν δύουσα καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολή· Μᾶς ἔφερε τὸ πνεῦμα τῆς Ρωμιοσύνης, ποὺ στὸ ἑλλαδικὸ κρατίδιο εἶχεν ἀποθάνει»(2), ὁλοζώντανο τὸ ὅραμα καὶ τὴν ἀγάπη γιὰ τὴν χαμένη πατρίδα του.

Νοσταλγὸς καὶ μύστης τῆς Ἑλληνορθοδόξου Παραδόσεως, μετὰ τὴν ἐγκατάστασή του στὴν Ἀθήνα ἐπιδίδεται μὲ ἔνθεο ζῆλο στὴν συγγραφὴ βιβλίων καὶ ἀναδεικνύεται μὲ τὴν ὅλη πεζογραφική του δημιουργία, μὲ τὸ ἰδιόμορφο, τὸ πολυσήμαντο καὶ ἐντελῶς προσωπικὸ γλωσσικό του ὕφος, ὁ εὐσεβὴς λογοτέχνης καὶ στοχαστὴς μὲ πλούσια καὶ πρωτότυπη φαντασία, ὁ ἀνεπανάληπτος ἐκφραστὴς τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Ἀνατολῆς, ὁ βαθύτατα θρησκευόμενος συγγραφέας, «ὁ γενναῖος Ἕλληνας πατριώτης... ὁ ποιητὴς τῆς Ἑλληνορθοδόξου Παραδόσεως»(3).

Ἔξοχος χειριστὴς τοῦ καλάμου, μὲ βαθὺ καὶ πηγαῖο λογοτεχνικὸ τάλαντο, ἔθρεψε πνευματικῶς χιλιάδες εὐσεβῶν χριστιανῶν μὲ τὶς συγγραφές του. Τὰ προϊόντα τῆς γραφίδος του, διακρινόμενα γιὰ τὴν δύναμη τοῦ λόγου, τὴν περιγραφικὴ ἱκανότητα καὶ τὴν ἀριστοτεχνική τους δομή, κατ᾿ ἐξοχὴν ὅμως γιὰ τὸ ὀρθόδοξο, ἁγιοπατερικὸ καὶ παραδοσιακὸ ὑπόστρωμα τῶν ἐπιχειρημάτων του, ἐκφράζουν ὅλη τὴν ὀδύνη τῆς «Πονεμένης Ρωμιοσύνης», χρωματίζουν τὸ δρᾶμα τῆς φυγῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τὶς πανάρχαιες πατρογονικές του ἑστίες, δονοῦνται ἀπὸ βαθιὰ πίστη στὶς ἀξίες τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἔχουν τὴν σφραγίδα τῆς δικῆς του προσωπικότητας ποὺ ἐκδηλώνεται παντοῦ μὲ μιὰ σταθερὴ ἑλληνολατρία καὶ μὲ ἕναν ἔντονο χριστιανικὸ μυστικισμό. Καταγράφει περίτεχνα τὰ ἤθη, τοὺς ἀνθρώπους, τὰ γεγονότα, τὴν φύση τῆς πατρίδας του μὲ ἀπαράμιλλη παραστατικότητα καὶ μὲ λυρικότητα νοσταλγική. Ὅταν διαβάζει κανεὶς τὰ κείμενα τοῦ Κόντογλου, γράφει ὁ Ἰ. Ν. Θεοδωρακόπουλος, «νομίζει ὅτι εἶναι τὸ ἴδιο τὸ πνεῦμα τῆς παραδόσεως ποὺ γράφει καὶ ὄχι ἕνας ἄνθρωπος. Τὸ πνεῦμα τῆς Παραδόσεως μέσα στὸν Κόντογλου ἔγινε προσωπικό. Ἡ μορφὴ τοῦ Κόντογλου, μέσα στὴν νεοελληνικὴ τέχνη, λογοτεχνία καὶ πνευματικὴ ζωή, εἶναι μοναδική» (4).

Ὁ Κόντογλου ὡς συγγραφέας ὑπῆρξε πολυγραφώτατος. Καὶ μόνον ἡ ἁπλῆ ἀναγραφὴ τῶν τίτλων τῶν ἔργων του θὰ καταλάμβανε πολὺν ἀπὸ τὸν περιορισμένο χῶρο τοῦ παρόντος ἀφιερώματος. Ἐκτὸς δὲ ἀπὸ τὰ βιβλία του, προϊόντα ἐπίπονου μόχθου καὶ καταστάλαγμα γνώσεως καὶ ἐμπειρίας, μὲ κορυφαῖο τὸ μνημειῶδες δίτομο ἔργο του, «Βίβλος καλουμένη Ἔκφρασις. Ἤγουν ἱστόρησις τῆς παντίμου Ὀρθοδόξου Ἁγιογραφίας της καὶ λειτουργικῆς καλουμένης. [...] “Ἀστὴρ” 1960», ὁ ἴδιος ἔχει ἐγκατασπείρει καὶ ἄφθονα ἄρθρα σὲ ἐφημερίδες καὶ περιοδικὰ ποικίλου ἐνδιαφέροντος καὶ περιεχομένου. Ὅλα δὲ τὰ γραπτά του ἔχουν ὡς κυριώτερο χαρακτηριστικὸ στοιχεῖο τὴν χριστιανικὴ πίστη ποὺ τὰ διαποτίζει (5).

Παραλλήλως μὲ τὸ λογοτεχνικὸ συγγραφικό του ἔργο ὁ Κόντογλου ἐργάσθηκε, μὲ ἀνάλογο παραγωγικὸ πλοῦτο, ὡς ἁγιογράφος καὶ ζωγράφος τῆς Ἑλληνορθοδόξου Παραδόσεως, ἱστορήσας πολλοὺς ναοὺς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς ἐπαρχίας καὶ φιλοτεχνήσας ἀναρίθμητες φορητὲς εἰκόνες. Μὲ ἄπειρες γνώσεις σὲ θέματα παραδοσιακῆς πνευματικότητας, ἀνεδείχθη χαρισματοῦχος καλλιτέχνης, λάτρης καὶ μύστης τῆς βυζαντινῆς ἁγιογραφίας καὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Μὲ τὰ ἔργα του ἐπανέφερε τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωγραφικὴ καὶ εἰκονογραφία στὴν γνήσια μεταβυζαντινὴ εἰκονολογικὴ παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅλες δὲ οἱ νωπογραφίες του καὶ οἱ φορητὲς εἰκόνες, ὅπως καὶ οἱ ζωγραφικές του συνθέσεις, ἀποπνέουν τὸ ἄρωμα τῆς Ὀρθοδοξίας. «Αὐστηρές, ἀσκητικές, ἐξαϋλωμένες οἱ μορφές του, τὰ περιγραφικὰ θέματά του, ὅλα εἶναι προσαρμοσμένα στὸ ὕφος καὶ τὸ ἦθος τῆς Βυζαντινῆς Ἐκκλησιαστικῆς Τέχνης» (6).

Μὲ βασικὴ αἰσθητικὴ ἀφετηρία τὴν Βυζαντινὴ τεχνοτροπία ἀξιοποιεῖ στὰ ἔργα του τὴν μεγάλη πεῖρα τῆς εἰκονογραφικῆς παραδόσεως τῆς Παλαιολόγειας, τῆς Κρητικῆς ζωγραφικῆς Τέχνης καὶ τῶν λαϊκώτερων τάσεων τοῦ 18ου αἰῶνος καὶ δημιουργεῖ εἰκονογραφικοὺς τύπους μὲ ἀπεικονίσεις ἁγίων ἢ σκηνῶν, μὲ πλούσια καὶ δημιουργικὴ φαντασία.

Ὅμως, ὑπὸ τὶς ἐπικρατοῦσες τότε συνθῆκες ὁ Κόντογλου ὡς ἁγιογράφος εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει μιὰ κακῶς νοουμένη «παράδοση» δυτικότροπης θρησκευτικῆς ζωγραφικῆς, ξένης πρὸς τὸ ἑλληνορθόδοξο αἰσθητήριο καὶ ἄσχετης πρὸς τὴν θεολογία τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία προφανῶς εἶχε τὴν αἴγλη τοῦ προοδευτισμοῦ καὶ ἐξέφραζε τὸ πνεῦμα τῶν καιρῶν. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀγωνίσθηκε μὲ σθένος καὶ ὑπῆρξεν ἀσυμβίβαστος ἔναντι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσαν μὲ τὶς νεωτεριστικὲς εἰκονογραφικές τους συνθέσεις νὰ νοθεύσουν τὴν Ὀρθόδοξη Ἑλληνικὴ ψυχή. Ἐὰν δὲ σήμερα ὑπάρχει μία στροφὴ πρὸς τὴν Βυζαντινὴ ἁγιογραφία καὶ ἂν οἱ ἐκκλησίες ζητοῦν Βυζαντινὴ ἁγιογράφηση, γράφει ὁ Κωστῆς Μπαστιᾶς, αὐτὸ εἶναι ἔργο «τῶν ἀποστολικῶν ἀγώνων» τοῦ Φώτη Κόντογλου. «Χωρὶς αὐτὸν οἱ Ἐκκλησίες θὰ συνέχιζαν νὰ παρουσιάζουν ἰταλικὲς χαλκομανίες, μὲ τὴν πρωτοβουλία τῶν ἀνίδεων καὶ τῶν χλιαρῶν, ποὺ δὲν ἀγαποῦν ἀληθινὰ τὴν εὐπρέπεια τοῦ Οἴκου τοῦ Θεοῦ» (7).

Πέρα ὅμως ἀπὸ ἁγιογράφος ὁ Κόντογλου ὑπῆρξε ἰσάξιος ζωγράφος καὶ ἠσχολήθη μὲ θέματα κοσμικῆς ζωγραφικῆς, πάντοτε ὅμως στὸ ὕφος καὶ τὴν τεχνοτροπία τῆς Βυζαντινῆς Παραδόσεως. Ἐνδεικτικὰ ζωγραφικά του ἔργα παραμένουν, μεταξὺ τῶν ἄλλων, οἱ τοιχογραφίες τοῦ Δημαρχείου τῶν Ἀθηνῶν, μὲ παραστάσεις ἀπὸ τὴν Μυθολογία καὶ τὴν Ἑλληνικὴ Ἱστορία ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους χρόνους μέχρι τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 κ.ἄ. Ὁ Κόντογλου ἀναδεικνύεται καὶ ἐδῶ «καλλιτέχνης μὲ πλούσια καὶ πρωτότυπη φαντασία, ἀλλὰ καὶ μὲ ξεχωριστὴ ἱκανότητα νὰ προσλαμβάνει θεματικά, εἰκονογραφικὰ καὶ μορφικὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὸ παρελθόν, νὰ τὰ ἀφομοιώνει καὶ νὰ ἐκφράζεται πέρα πέρα μ᾿ αὐτὰ σὰν νὰ ἔχουν γεννηθεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιον» (8). Σύμβολα δὲ τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ συγγραφικοῦ καὶ ζωγραφικοῦ ἔργου του ἀποτελοῦν οἱ πολλὲς τιμητικὲς διακρίσεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἡ ἀπονομὴ τοῦ «Ταξιάρχη τοῦ Φοίνικος» ἀπὸ τὸν Βασιλέα Παῦλο (1960) καὶ τὸ «Ἀριστεῖο Γραμμάτων καὶ Τεχνῶν» ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν (1965).

Εἶναι γνωστὸν ὅτι στὴν πίστη καὶ τὴν ζωὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τίποτε δὲν εἶναι ἁπλῆ ἀνάμνηση, ἀλλ᾿ ὅ,τι ἀπεκαλύφθη ἅπαξ διαιωνίζεται «ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28,20). Τοῦτο τὸ ἐγνώριζε ὁ Κόντογλου καὶ τὸ ἐπίστευε ἀπολύτως. Κατεῖχε βαθύτατα τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τῆς ἀρχαιότητος μέχρι τῶν ἡμερῶν του, ἐγνώριζε τὰ δόγματά της, τὴν μυστική της Θεολογία. Ἀπεκάλυψε τὸν πλοῦτο καὶ τὸ μεγαλεῖο της σὲ μιὰ ἐποχὴ ἀντιπαραδοσιακή, πολέμησε τὴν ξενομανία καὶ ἀγωνίσθηκε σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ διασώσει τὴν Παράδοση αὐτὴ ἀλώβητη ἀπὸ τὰ νόθα καὶ ἐπείσακτα στοιχεῖα, ποὺ ἀλλοίωναν τὸν χαρακτῆρα της καὶ μετέβαλλαν τὴν οὐσία καὶ τὸ περιεχόμενό της. Ἡ Ὀρθοδοξία, ἔγραφε, «εἶναι ἡ κιβωτός, ποὺ κλείνει μέσα της τὴν ἀληθινὴ ἀποκάλυψη τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας. Καὶ ἡ παράδοσή της εἶναι τὸ μέσον ποὺ διατηρήθηκε αὐτὴ ἡ ἀλήθεια, ὄχι σὰν ἀφηρημένη ἔννοια, ἀλλὰ σὰν ζωντανὴ πραγματικότητα» (9).

Ἄλλοτε πάλιν ἔλεγε· «Αὐτὴ ἡ παράδοση εἶναι τὸ θησαυροφυλάκιο ποὺ κλείνει μέσα του καὶ φυλάγει στὸν αἰῶνα τὴν ἀθάνατη ψυχή μας», διὸ καὶ ἐνθέρμως συνιστοῦσε· «Αὐτὴ τὴν ἁγιασμένη κιβωτό, αὐτὴ τὴν ἀτίμητη παράδοση φυλάξετέ την μὲ κάθε τρόπο. Γιατὶ χωρὶς αὐτὴν ἡ Ἑλλάδα εἶναι κορμὶ χωρὶς ψυχή, λουλούδι χωρὶς μυρουδιά... Αὐτὴ εἶναι ἡ κιβωτὸς ποὺ μ᾿ αὐτὴ θὰ σωθεῖ τὸ Ἔθνος μας ἀπὸ τὴν ἀνεμοζάλη ποὺ θέλει νὰ μᾶς καταπονίσει» (10).

Πόσον ἐπίκαιρος καὶ πόσον διδακτικὸς εἶναι ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Κόντογλου! Καὶ θὰ εἶναι πάντοτε διδακτικὸς καὶ ἐπίκαιρος, γιατὶ εἶναι ἀληθινός. Μήπως καὶ σήμερα δὲν διατρέχει κινδύνους ἡ Ὀρθοδοξία, δὲν ὑποσκάπτεται ἡ Ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας, δὲν ἀμφισβητοῦνται ἡ αὐθεντία καὶ τὸ κῦρος της; Ὅπως τότε ποὺ τὰ ἔγραφε αὐτὰ ὁ Κόντογλου, ἔτσι καὶ σήμερα «ὁ νεοελληνικὸς γραικυλισμὸς ἁπλώνει μέρα μὲ τὴ μέρα ἀπάνω στοὺς Ἕλληνες καὶ τοὺς μεταμορφώνει... Ἕνα λαό, ποὺ ξεχωρίζει ἀνάμεσα σ᾿ ὅλα τὰ ἔθνη καὶ ποὺ εἶναι γεμᾶτος πνευματικὴ ὑγεία, πᾶνε καὶ τὸν κάνουνε οἱ λογῆς - λογῆς καλαμαράδες» καὶ οἱ σύγχρονοι μοντερνιστές, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ κατανοήσουν τὴν βιολογικὴ δύναμη ποὺ ἔχει ἡ Παράδοσή μας ἐπάνω στὴν συνέχεια καὶ τὴν διατήρηση τῆς ἐθνικῆς ζωῆς, «χωρὶς πνευματικὸ νεῦρο, χωρὶς πνευματικὴ ἀνδροπρέπεια. Οἱ διάφοροι φωστῆρες... δουλεύουνε γιὰ νὰ “συγχρονίσουν” τὴν Ἑλλάδα, ἐνῶ στ᾿ ἀλήθεια σκάβουνε τὸ λάκκο της» (11).

Ἀλλ᾿ ὅμως τὸ πολύπλευρο καὶ ἐκτενὲς ἔργο τοῦ Κόντογλου δὲν ἐξαντλεῖται, οὔτε κἂν μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ στὸ πλαίσιο ἑνὸς ἀφιερώματος. Ἡ ζωή του ὑπῆρξε ἕνας ἀδιάκοπος ἀγώνας, γιὰ νὰ καταστήσει συνειδητὸ στοὺς Ἕλληνες τὸν πνευματικὸ θησαυρὸ τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν ζωγραφική, στὴν ψαλτικὴ τέχνη, στὴν Λογοτεχνία, σὲ μιὰ ἐποχὴ ἀντιπαραδοσιακὴ καὶ «καινόπληκτη». Μύστης τοῦ ἔντεχνου λόγου, τῆς ἁγιογραφίας καὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἔφυγε ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτό, ἀλλ᾿ ἡ πνευματική του παρουσία παραμένει ἔντονη καὶ διηνεκής. Οἱ ἀξίες τὶς ὁποῖες ὕμνησε καὶ γιὰ τὶς ὁποῖες ἀγωνίσθηκε ἔχουν αἰώνιο κῦρος καὶ αὐτὲς πρέπει νὰ προσδιορίζουν καὶ τὴν δική μας περαιτέρω πορεία. Γιατὶ ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ Παράδοσή της γιὰ μᾶς εἶναι ὁ ἀληθινὸς θησαυρός μας, ἡ πηγὴ τοῦ πολιτισμοῦ μας, ἡ δύναμή μας, ἡ δόξα μας, ἡ ἐν Χριστῷ σωτηρία μας. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐλπίδα γιὰ τοὺς ἄλλους λαοὺς νὰ εὕρουν διεξόδους στὰ πνευματικά τους ἀδιέξοδα. Συνεπῶς, ἂν θέλουμε ὡς Ἕλληνες νὰ ἔχουμε καθοριστικὸ λόγο στὸ εὐρύτερο κοινωνικὸ καὶ εὐρωπαϊκὸ γίγνεσθαι, εἶναι ἀνάγκη, ὅπως ἔχει διακηρύξει ἐπανειλημμένως ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, «νὰ φορτωθοῦμε καὶ πάλιν τὶς ἱστορικές μας ἀποσκευὲς ποὺ εἶναι ἡ Ἑλληνορθοδοξία καὶ νὰ συμβάλουμε στὴν πνευματικὴ ἑνότητα τῆς Εὐρώπης». Καὶ γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχουμε αὐτό, «χρειαζόμεθα τὴν Ἑλληνική μας ταυτότητα, ὅπως τὴν διεμόρφωσε ἡ Ἑλληνική μας Ὀρθοδοξία» (12), τῆς ὁποίας θεματοφύλαξ καὶ διαπρύσιος κήρυξ ὑπῆρξε ὁ μακαριστὸς Φώτιος Κόντογλου.


1. Βλ. Αὐτοβιογραφικὸ σημείωμα Φώτη Κόντογλου. «Φιλολογικὴ Πρωτοχρονιὰ» τ. 29ος. Ἀθήνα 1972, σ. 314.

2. Κ. Σαρδελῆ, Ἡ Ρωμιοσύνη καὶ ὁ Φώτης Κόντογλου, ἐκδ. «Ἀστὴρ» 1982, σ. 93.

3. Π. Β. Πάσχου, Φώτης Κόντογλου. 25 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμησή του. Ἀθήνα. Ἐκδ. «Τῆνος», σ. 31.

4. Ἰ. Ν. Θεοδωρακόπουλου, Φώτης Κόντογλου. Στὸ «Μνήμη Κόντογλου». Τιμητικὸς Τόμος. Ἐκδ. «Ἀστήρ». Ἀθήνα 1975, σ. 16.

5. Ἐκτενῆ ἐργοβιογραφία του βλ. Ἰ. Μ. Χατζηφώτη, Φώτιος Κόντογλου, Ἡ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του. «Γραμμὴ» (1978) σσ. 20-32. Π. Β. Πάσχου, Κόντογλου, Εἰσαγωγὴ στὴ Λογοτεχνία του, Ἐκδ. «Ἁρμὸς» (1991) σ. 51 κ.ἔ.

6. Νικ. Ἀ. Τσούρα, Μνήμη Φωτίου Κόντογλου. Περιοδ. «Ν. Ἑστία», τ. 128 (1990), σ. 1090.

7. Κ. Μπαστιᾶ, Ὁ Ἁγιορείτης τῆς Ἀθήνας. Περιοδ. «Εἰκόνες» 5-15 Δεκ. 1955, ἀρ. τ. 6, σ. 25.

8. Ν. Ζία, Ὁ Ζωγράφος Φώτης Κόντογλου, στὸ Τετράδια «Εὐθύνης» 23, σ. 114.

9. Φωτίου Κόντογλου, Ἔργα, Ϛ´ Τόμος, Μυστικὰ Ἄνθη, Ἐκδ. «Ἀστήρ», Ἀθήνα 1977, σ. 248.

10. Τοῦ αὐτοῦ, Ἡ Ἑλληνικὴ Παράδοση, Ἡ ψυχὴ τῆς Ἑλλάδος. Περ. «Εὐθύνη», τ. 3, Μάρτιος 1961. Βλ. καὶ Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση. Ρίζωμα καὶ προοπτική. Ἐπιλογὴ κειμένων - ἐπιμέλεια ἐκδόσεως Κ. Ἰ. Χολέβας. Ἀθήνα 2003, σ. 3142.

11. Βλ. Κ. Σαρδελῆ, Φώτης Κόντογλου, Ὁ ἄνθρωπος καὶ ὁ Λογοτέχνης. Περιοδ. «Ν. Ἑστία», τ. 128 (1990), σ. 1077.

12. Χριστοδούλου Κ. Παρασκευαΐδη, Μητροπολίτου Δημητριάδος (νῦν Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν)· Ἡ Εὐρώπη τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν καὶ ὁ ρόλος τῶν Ἑλλήνων Ὀρθοδόξων, Ἀθῆναι 1995, σ. 14. Πρβλ. τοῦ αὐτοῦ· «Λόγος Εὐθύνης». Ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 2000, σ. 1026.

ΠΗΓΗ: Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 2006

Το Μεσολόγγι θα επισκεφτεί ο Οικουμενικός Πατριάρχης αποδεχόμενος πρόσκληση του Δημάρχου της Ιεράς Πόλεως












Τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο επισκέφθηκαν στο Κέντρο της Ορθοδοξίας στο Φανάρι την περασμένη Παρασκευή, ο δήμαρχος της Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου Γιάννης Αναγνωστόπουλος, ο δήμαρχος Οινιάδων Αντώνης Αλετράς και ο πρόεδρος του Φορέα Διαχείρισης Λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου Αιτωλικού Γιάννης Καλαβρουζιώτης.
Η συνάντηση διεξήχθη σε εγκάρδιο κλίμα με την εθιμοτυπική ανταλλαγή δώρων . Από την πλευρά του δημάρχου Μεσολογγίου ο Οικουμενικός Πατριάρχης δέχτηκε παραδοσιακά προϊόντα καθώς επίσης και την έκδοση λευκώματος του Φ.Δ. για τη Λιμνοθάλασσα από τον κ. Καλαβρουζιώτη.
Σκοπός της επίσκεψης ήταν η επίσημη επίδοση πρόσκλησης στον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο από το Δήμαρχο της Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου για να παραστεί στις εορτές Εξόδου 2010, όπου εκείνες τις ημέρες πρόκειται να πραγματοποιηθεί στο Μεσολόγγι παγκόσμιο Οικολογικό συνέδριο για τη λιμνοθάλασσα.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης απεδέχθη την πρόσκληση και ήδη ο Δήμαρχος Μεσολογγίου βρίσκεται σε συνεχής επαφές με το Μητροπολίτη Αιτωλίας και Ακαρνανίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το Υπουργείο Εξωτερικών.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος ήταν άριστος γνώστης των προβλημάτων που δημιουργεί η εκτροπή του ποταμού Αχελώου και των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο αγροτικός κόσμος της Αιτωλοακαρνανίας.
Μετά το πέρας της συνάντησης ο Οικουμενικός Πατριάρχης παρέθεσε γεύμα προς τιμήν των δημάρχων και των εκπροσώπων του Φ.Δ.

Οικουμενικός Πατριάρχης: "Δεν παραδώσαμε την ελπίδα"


Εκτύπωση E-mail

Image«Δεν παραδώσαμε την ελπίδα. Είμεθα εδώ όρθιοι με το μέτωπο υψηλά, με την καρδία πλήρη θείας παρακλήσεως και πλείστης ελπίδας και επειδή υπάρχει ακριβώς

ελπίδα και προοπτική αναστυλώνουμε τους ναούς μας και τα λοιπά σεβάσματα του Γένους μας και της πίστεως μας», είπε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος σε ομιλία του από τον θρόνο, του μόλις ανακαινισμένου Ιερού Ναού του Αγίου Δημητρίου στην Πρίγκηπο.

Ο υφυπουργός Εξωτερικών κ. Θεόδωρος Κασσίμης, ο πρέσβης τη Ελλάδος στην Άγκυρα κ. Φωτής Ξύδας, η οικογένεια Αθανάσιου Μαρτίνου, και πλήθος προσκυνητών από την κοινότητα της Κωνσταντινούπολης παρέστησαν στα θυρανοίξια.

«Είναι πολύ σημαντική η στιγμή που η Μητρόπολις, ο Άγιος Δημήτρης στην Πριγκηπόννησο η ιστορική αυτή εκκλησία που επλήγη από τον μεγάλο σεισμό κατάφερε και πάλι να στυλωθεί περήφανη, σύγχρονη διατηρώντας όλα τα κειμήλια και τις εικόνες της», είπε ο υφυπουργός Εξωτερικών κ. Θεώδορος Κασσίμης, μετά την τελετή των θυρανοιξίων και εξήρε τις προσπάθειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

«Είναι πολύ σημαντικό ότι πολλοί Έλληνες, πολλοί πριγκηπονησιώτες, αλλά και από την Ελλάδα βοήθησαν για να γίνει πραγματικότητα αυτό το όνειρο που είχαν πριν από δέκα χρόνια όταν σείστηκε ολόκληρο το νησί», είπε ο Έλληνας υφυπουργός .

Ο ναός ανακαινίσθηκε εκ βάθρων, με την ευγενή χορηγία της οικογένειας Αθανασίου Μαρτίνου, και εντάσσεται πλέον στο πλήθος των πρόσφατα ανακαινισμένων ορθοδόξων ναών στην Κωνσταντινούπολη.

«Είναι σημαντικό το έργο που γίνεται υπό την αιγίδα του Πατριάρχη μας».

«Έχουμε ανακαινίσει δυο εκκλησίες την Μητρόπολη, τον Άγιο Δημήτριο και την Κοίμηση. Η Πρίγκηπος είναι μία όαση Ορθοδοξίας εκτός Ελλάδας, εδώ στην Πόλη και πόλος έλξης για πολλούς Έλληνες προσκυνητές που έρχονται από την πατρίδα μας», είπε μετά τις τελετές ο κ. Αθανάσιος Μαρτίνος που συνεχίζει μια μεγάλη παράδοση δωρητών και ευεργετών της Εκκλησίας.

Τέλος στην τελετή των θυρανοιξίων συμμετείχαν και τοπικοί αρμόδιοι όπως ο δήμαρχος Πριγκηπονήσων κ. Μουσταφά Φαρσάκογλου και ο έπαρχος κ. Μεβλούτ Κουρμπάν
ΠΗΓΗ:Romfea.gr

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009

Ο ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ Αρχιμανδρίτου Γεωργίου Καθηγουμένου Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Όσιου Γρηγορίου Αγίου "Όρους

Ο Γέρων Παΐσιος δεν έχει ανάγκη από τους δικούς μας επαίνους η την δική μας παρουσίαση. Με την Χριστομίμητο αγάπη του ανέπαυσε τον Θεόν καί τους ανθρώπους καί γι' αυτό πολύς είναι ό έπαινος του στην Εκκλησία του Θεού.
Είχε το σπάνιο χάρισμα να αναπαύει ανθρώπους κάθε κατηγορίας, κάθε μορφώσεως καί κάθε πνευματικής καταστάσεως. Ενθυμούμαι την περίπτωση ενός ψυχίατρου - ψυχαναλυτού πού πέρασε από την Μονή μας μετά την συνάντηση του με τον Γέροντα. Όχι μόνο είχε αναπαυθεί, αλλά καί μου είπε ότι οσα του είπε ό Γέροντας, ήταν ή τελευταία λέξη της ψυχιατρικής. Είναι γνωστό ότι ό π. Παΐσιος δεν διάβαζε αλλά βιβλία εκτός από το Ευαγγέλιο καί τον Άββά Ισαάκ τον Σύρο.
Για να ανάπαυση μία ψυχή δεν έφείδετο χρόνου καί κόπου. Κάποτε είχα την απορία πώς μπόρεσε να θεραπεύσει ένα νέο με σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Από σεβασμό δεν τον ερωτούσα. Μετά από χρόνια απήντησε στην απορία μου ως εξής: «Όταν κάποιος έχει ένα πρόβλημα, πρέπει να τον ακούς με προσοχή καί όση ώρα σου ομιλεί να μη δείξεις ότι κουράστηκες, γιατί τα έχασε όλα. Να, εγώ τον τάδε νέο μία ημέρα τον άκουγα ακίνητος επί εννέα ώρες. Γι' αυτό έπαθαν τα έντερα μου». Δεν ήταν ή μόνη περίπτωση πού ή θυσιαστική αγάπη του π. Παϊσίου θαυματούργησε.
Άλλη φορά, όταν τον ερώτησα για κάποιο δύσκολο πρόβλημα πού ως Πνευματικός συναντούσα στην εξομολόγηση, μου είπε: «Άκουσε πάτερ, όταν κάποιος γίνει Πνευματικός, πρέπει να αποφασίσει να πάει στην κόλαση γι' αυτούς πού εξομολογεί Αλλιώς να μη γίνεται Πνευματικός. Άλλ' εγώ σου λέγω ότι εκεί πού θα πάει στην κόλαση, θα την κάνη Παράδεισο γιατι θα εχη την αγάπη». Φοβερός Λόγος, πού μόνο ένας θεοφόρος άνθρωπος θα μπορούσε να ειπεί. Είναι γνωστό ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια ή Παναγία μας φρόντισε για την επάνδρωση του Αγίου Όρους. Ό π. Παΐσιος ανήκει στους Γέροντες εκείνους πού βοήθησαν πολλούς νέους να πάρουν την απόφαση να γίνουν μοναχοί. Καί ακόμη βοήθησε πολλούς νέους μοναχούς να ριζώσουν στο Αγιον Όρος καί να καρποφορήσουν. Τον νοιώθαμε συμπαραστάτη στον αγώνα μας για την διαποίμανση των νέων μοναχών μας, αλείπτη πολλών πού αγωνίζονταν κατά του διαβόλου, των παθών καί του κόσμου.
Συχνά ό Γέροντας συμβούλευε να έχουμε πνευματική αρχοντιά καί φιλότιμο. Αυτές οι αρετές διέκριναν καί τον ίδιο, όπως γνωρίζουν όσοι τον είχαν συναναστροφή. Κάποτε πού τον επεσκέφθην στο παλαιό του κελί του Τιμίου Σταυρού, όταν μετά την συνομιλία μας τον χαιρέτησα, με συνόδευε για αρκετό διάστημα. Μόλις του είπα ότι πρέπει να μη κοπιάζει καί να επιστρέψει στο κελί του, με χαιρέτησε καί αναχώρησε. Αν δεν του έλεγα να επιστρέψει, θα με συνόδευε ως το Αντιπροσωπεία μας στις Καρυές.
Θα πρέπει ακόμη να ειπώ ότι το προορατικό χάρισμα φανέρωνε σπάνια καί ποτέ για επίδειξη αλλά για ωφέλεια των ψυχών. Σε νέο αδελφό πού τον επισκέφθει καί είχε λογισμό κατά του Ηγουμένου, ότι δεν του έκανε κοντό (κολόβιο), πριν ό αδελφός του ειπεί τον λογισμό του, ό Γέροντας του είπε: «Ευλογημένε, τι λογισμό έχεις ότι ό Γέροντας δεν σου κάνει κοντό;»
Παρηγορούσε τους νέους μοναχούς, όταν στεναχωριόντουσαν για κάποιες αδυναμίες τους, όπως την ζήλια, τίς όποιες χαρακτήριζε ως παιδικά ελαττώματα. Φυσικά τους συμβούλευε ότι έπρεπε να ωριμάσουν καί να τα ξεπεράσουν.
Τον π. Παϊσιο χαρακτήριζε καί ή πασών των αρετών ανωτέρα, ή διάκρισης. Βοηθούσε την κάθε ψυχή να ανακάλυψη την κλίση της καί την από Θεού κλίση της, για να εύρει την όντως ανάπαυση.
Ή αγάπη του αγκάλιαζε όλο τον κόσμο. Πολλούς ανθρώπους, καί μάλιστα νέους, βοήθησε να ζήσουν την χριστιανική ζωή στον κόσμο καί στην οικογενειακή ζωή.
Όταν συνομιλούσες με τον Γέροντα, είχες την αίσθηση ότι είσαι στην αγκαλιά του Θεού.
Θα πρέπει ακόμη να τονισθεί ότι ό π. Παΐσιος ήταν πολύ ευαίσθητος στα δογματικά ζητήματα. Κάποτε μου έγραψε: «Τα δόγματα δεν μπαίνουν στην ΕΟΚ». Ακολούθησε καί στο σημείο αυτό την οδό όλων των Αγίων Πατέρων πού πίστευαν καί ομολογούσαν ότι όχι μόνο ή αρετή αλλά καί ή ορθοδοξία της πίστεως χρειάζεται για να σωθεί ό άνθρωπος.
Την αγία του ζωή επεσφράγισε με τον άγιο θάνατο του. Εδέχθη την οδυνηρή ασθένεια του ως δώρων Θεού καί εχαίρετο με την σκέψη ότι καί οι εν τω κοσμώ Χριστιανοί, πού κατατρύχονται από την ίδια ασθένεια, θα παρηγορούνται μαθαίνοντας ότι καί οι μοναχοί πάσχουν από αυτήν. Είχε ξεπεράσει την φιλαυτία. Δεν εστενοχωρείτο για την ιδική του ασθένεια, αλλά καί επί κλίνης οδυνηρός ευρισκόμενος εσκέπτετο τους πάσχοντας συνανθρώπους του. Ακόμη καί τίς τελευταίες ήμερες της ζωής του ενδιεφέρετο για τα προβλήματα των ανθρώπων. Σε ευσεβές ανδρόγυνο πού τον επεσκέφθη λίγες ήμερες προ της κοιμήσεως του καί πού είχε θυγατέρες ανύπανδρες, είπε: «Σάς δίδω εντολή να ενδιαφερθείτε για την αποκατάσταση των θυγατέρων σας». Με την ευχή του ή εντολή καί επιθυμία του εξεπληρώθη.
Αιωνία σου ή μνήμη σεβαστέ Γέροντα. Σε ευχαριστούμε για οσα μας προσέφερες, μας παρηγόρησες, στήριξες, νουθέτησες με τους λόγους σου καί με την βιωτή σου. Ευχου να ακολουθούμε καί εμείς τα ίχνη σου, καθώς καί συ ακολούθησες πιστά τα ίχνη του Σωτήρος Χριστου.

Γέροντας Ιωσήφ και Μichael Jackson: δύο διαφορετικά πρότυπα

Σε διάστημα λίγων ημερών είδαμε δύο διαφορετικούς θανάτους ανθρώπων. Του διάσημου τραγουδιστή Michael Jackson και του γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινού.

Ο Michael Jackson ήταν ίσως η επιτομή του δυτικού πολιτισμού. Από άσημο παιδί πολύτεκνης οικογένειας έγινε δικαίως ένας από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες όλων των εποχών και τα κατέκτησε όλα: δόξα, διασημότητα, εξουσία, αμύθητη περιουσία. Ίσως δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι λατρεύτηκε από τους εκατομμύρια θαυμαστές του ως επίγειος Θεός. Ό,τι έκανε και έλεγε γινόταν είδηση και επηρέαζε ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Έφτασε την κορυφή της επιτυχίας κι ενσάρκωσε στο έπακρο το (αμερικάνικο) όνειρο δισεκατομμυρίων ανθρώπων.

Και όμως ενώ έφτασε στο απόγειο της δόξας, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ήταν ένα ζωντανό πτώμα, ένας άνθρωπος ράκος, αποδεδειγμένα ανικανοποίητος με τον εαυτό του και την εξωτερική εμφάνισή του, αξιολύπητος, εν συγχύσει, ίσως εξαρτημένος από φάρμακα ή ουσίες. Πέτυχε τα πάντα όμως ο ίδιος (φαίνεται να) ήταν βαθιά δυστυχισμένος και μόνος, ίσως δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ζούσε μια κόλαση. Στο Michael ευχόμαστε ως αντίδωρο στο μουσικό του ταλέντο που πρόσφερε σε τόσους ανθρώπους ο Θεός να τον αναπαύσει εν ειρήνη.

Ο γέροντας Ιωσήφ ήταν ένα αγράμματο παιδί από την Κύπρο που καλογέρεψε από μικρό παιδί και πέρασε όλη τη ζωή του στο Άγιο Όρος. Δεν απέκτησε τίποτα από τα παραπάνω. Τι τον ήλκυσε; Ο αγιασμός στο πρόσωπο του γέροντα Ιωσήφ του Σπηλαιώτη (Ησυχαστή).

Έχοντας τη μοναδική ευλογία να τον γνωρίσουμε και να μιλήσουμε μαζί του τρεις μήνες μόλις πριν από την εκδημία του μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι επρόκειτο ίσως για τον πιο χαρούμενο άνθρωπο που έχουμε συναντήσει. Παρότι απόλυτα ενήμερος και συνειδητοποιημένο για το βαρύ κλίμα και τις προκλήσεις της εποχής, εντούτοις εξέπεμπε μια ανέφελη χαρά κι ευτυχία μικρού παιδιού που χαίρεται την κάθε στιγμή.

χαμόγελο αθανασίας και αγιότητας

Ο μακαριστός γέροντας Ιωσήφ προστίθεται στη χορεία των εναρέτων γερόντων οι οποίοι ενσαρκώνουν την χειροπιαστή πρόταση του ορθόδοξου πολιτισμού για τον άνθρωπο, θεραπευμένου από τα πάθη του και ελεύθερου από προσκολλήσεις στα ήσσονα.

Εσείς ποιο πρότυπο από τα δύο θα διαλέγατε για τη ζωή, τα παιδιά σας, την παιδεία, την κοινωνία;

ΠΗΓΗ: Το Zωντανό Iστολόγιο

Ομιλία του Πρωτοσυγκέλλου της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών Αρχιμ. Γαβριήλ Παπανικολάου στον ιερό Βράχο της Ακροπόλεως 7/7/2009

"Ἐν αὐτῷ γάρ ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν, ὡς καί τινες τῶν καθ' ὑμᾶς ποιητῶν εἰρήκασι˙ τοῦ γάρ καί γένος ἐσμέν΄΄

Μέ αὐτά τά λόγια ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, ὁ Μέγας Παῦλος, ἀπευθύνθηκε στούς Ἀθηναίους, ἀπό αὐτόν ἐδῶ τόν χῶρο, ἀτενίζοντας ὅπως καί τότε ἀλλά ὅπως καί ἐμεῖς τώρα, τό ἱερό μνημεῖο τοῦ Παρθενῶνος, τό κόσμημα τῆς τέχνης καί τοῦ πολιτισμοῦ μας, τό σύμβολο τῆς ἁρμονίας καί τῆς θρησκευτικότητος τῶν ἁρχαίων Ἑλλήνων. Θρησκευτικότητος, ἐν πολλοῖς ἀντίθετη μέ τό περιεχόμενο τοῦ μηνύματος πού ἤθελε νά κομίσει ὁ Ἀπόστολος ἀπό τήν Ταρσώ πρός τούς σοφούς τῆς ἐποχῆς του, προς τούς ἐγκρατεῖς τῆς στωϊκῆς καί τῆς ἐπικούρειας φιλοσοφίας, προς τούς Ἀθηναίους κατοίκους δηλαδή τῆς πρωτευούσης τοῦ πνεύματος καί τῆς διαλεκτικῆς μεθόδου.

Στό σημεῖο αὐτό, στόν ἱστορικό χῶρο τοῦ Ἀρείου Πάγου, κάθε Ἕλλην ἤ ξένος πολίτης εἶχε τό δικαίωμα νά παρουσιάζει τίς ιδέες του, τίς ὁποῖες καί ἔθετε ὡς θέμα συζητήσεως μεταξύ τῶν παρευρισκομένων ἀκροατῶν, ἀποδεικνύοντας περίτρανα τό πνεῦμα διαλόγου καί ἐπικοινωνίας πού χαρακτήριζε και χαρακτηρίζει διαχρονικά τό γένος μας, ἀλλά καί τήν ἐλευθερία λόγου της Ἀθηναϊκής Πολιτείας.

Ὁ Παῦλος, εὑρισκόμενος κατά τήν πρώτη του ἀποστολική περιοδεία στήν Ἑλλάδα, δέν θά ἦτο δυνατόν νά μήν ἐπισκεφθεῖ τήν Ἀθήνα, ἐχοντας σκοπό νά κηρύξει τόν ἀληθινό λόγο στους Έλληνες, τόν Ἀναστάντα Χριστό, ὁ ὁποῖος καί μέχρι σήμερα εἶναι "σημεῖον ἀντιλεγόμενον"(1). Ἀξίζει ὅμως νά δοῦμε τήν ἐποχή κατά την οποίαν ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν ἀποφάσισε νά διευρύνει καί πρός τήν Ἑλληνική σκέψη τό εὐαγγελικό μήνυμα. Αξίζει νά δοῦμε σέ ποιά κατάσταση βρισκόταν τό ἑλληνικό πνεῦμα καί πῶς οἱ Ἀθηναῖοι ὑποδέχθηκαν ἕναν νέο προφήτη-κήρυκα μιᾶς ἄλλης θρησκευτικῆς θεώρησης ἀπό τήν διαδεδομένη ὥς τότε θρησκεία των ειδώλων. Τό δωδεκάθεο καί οἱ Ὀλύμπιες Θεότητες κατέκλυζαν τήν θρησκευτική ἔκφραση πολλῶν, χωρίς ὅμως νά παρατηρεῖται ἡ ἴδια ζέση της χρονικής περιόδου πρίν τόν χρυσό αἰώνα τοῦ Περικλῆ, ἐποχή η οποία κάλλιστα θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ ὡς ὁ κολοφώνας τῆς δημιουργίας στους τομείς της τέχνης καί του πολιτισμού.

Ὁ Παῦλος, λόγῳ τῆς καταγωγῆς του εἶχε τήν δυνατότητα νά γνωρίζει τήν φιλοσοφική σκέψη, τόσο τοῦ Πλάτωνα καί τῶν Σωκρατικῶν, ὅσο καί τοῦ Ἀριστοτέλη, γεγονός τό ὁποῖο εἶχε ἐξάψει τήν ἐπιθυμία του νά ἐπισκεφθεῖ τήν περιοχή ὅπου τά πρόσωπα αὐτά έδρασαν και μεγαλούργησαν. Επισκέφθηκε ὅμως, μία Ἀθήνα, πού γνώριζε μόνον πλέον ἐξ ἀκοῆς τίς ἀξίες τῶν μεγάλων φιλοσόφων, διότι ἐνῶ ἡ πόλις τῆς Παλλάδος Ἀθηνᾶς ἀριθμοῦσε 20.000 περίπου πολίτες, ταυτόχρονα συνυπήρχαν 40.000 δοῦλοι-ἄνθρωποι ἀπό ἄλλα μέρη τοῦ τότε κόσμου, προκαλῶντας ἕνα μεγάλο προβληματισμό γιά τό κατά πόσον οἱ ἀρχές καί οἱ ἀξίες τοῦ σεβασμού στο ἀνθρώπινο πρόσωπο καί τῆς ἀπόλυτης ἐλευθερίας εκάστου, ἐξέφραζαν τελικῶς κάθε ἕναν ἀπό τούς Ἀθηναίους πολίτες. Η κατάσταση αυτή ήταν ένα βαρύτατο πλήγμα στο ιδεατό μοντέλο της Δημοκρατίας, διότι ήταν αδύνατον να συνυπάρξουν σ’ αυτήν η δουλεία με την ελευθερία.

Πῶς εἶναι λοιπόν δυνατόν, μία πόλις, ἕνα ἔθνος, μία φυλή πού τόσο ἐξύψωσε τό ἀνθρώπινο ὄν, νά μήν μπορεῖ πρακτικά νά βιώσει τίς πλέον ἀναγκαῖες ἀξίες τίς ἱσότητος καί τοῦ ἀλληλοσεβασμοῦ, αξίες που κατεξοχήν απορρέουν από τις δημοκρατικές κοινωνίες; Ἡ ἀπάντηση βρίσκεται σ' αὐτήν ἀκριβῶς τήν πρώτη και συγκλονιστική ὁμιλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στόν Ἄρειο Πάγο.

Κεντρικά γνωρίσματα τῆς ὅλης προσωπικότητος τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν εἶναι ἀδιαμφισβήτητα ἡ ἰσχυρή πίστη του στόν Θεό, ἡ ἐπιμονή στήν ἀποστολή του καί ἡ θυσιαστική του διάθεση ἀπέναντι στόν κάθε ἄνθρωπο. Εὑρισκόμενος ὁ Παῦλος στήν Ἀθήνα, καί μάλιστα σέ αὐτόν τόν ἐπιβλητικό βράχο, δέν θά μποροῦσε νά μήν αἰσθανθεῖ τό δέος καί τό ἱστορικό βάρος ὅλων ἐκείνων πού ἐτίμησαν τό βῆμα αὐτό. Δέν θά μποροῦσε, ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ, νά μήν αἰσθανθεῖ φόβο γιά τό πῶς θά ἀντιμετώπιζε τά ἱερά «τέρατα» τῆς φιλοσοφικῆς διανόησης;

Ἐπιτρέψτε μου, λοιπόν, Μακαριώτατε Πάτερ, νά ὁμολογήσω καί τόν δικό μου φόβο, ἀλλά καί τήν ἀναξιότητά μου συνάμα, νά ἵσταμαι στό βῆμα τοῦ Παύλου, ἑνός προσώπου ξεχωριστοῦ γιά τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία, ἀλλά καί γιά τήν εὐρωπαϊκή πορεία τῆς γηραιᾶς μας ἠπείρου.

Ἐπιτρέψτε μου ὅμως νά σᾶς παρουσιάσω τή διαφορετικότητα. Ὅλα ἐκεῖνα τά στοιχεῖα πού ἀνέδειξαν τήν ἀποστολική αὐτή μορφή σέ ἡγετική φυσιογνωμία ὅλων τῶν χριστιανῶν, διότι χωρίς τόν Παῦλο δέν θά μποροῦσε κανείς νά προδιαγράψει τό μέλλον, τόσο τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, ὅσο καί ἁπάσης τῆς ἀνθρωπότητος.

Ποῦ βρίσκεται, λοιπόν, ἡ ἀπάντηση στό ἐρώτημα τῆς ἀποδοχῆς τοῦ μηνύματος τοῦ Ἀποστόλου; Γιατί οἱ Ἀθηναῖοι δέχθηκαν νά ἀκούσουν ἕναν Ἰουδαῖο-ξένον πρός ἐκείνους φιλόσοφο; Γιατί τοῦ ἔδωσαν καί δεύτερη εὐκαιρία "ἀκουσόμεθά σου καί πάλιν περί τούτου"(2); Ἴσως ἡ κοινωνική ἀνισότητα πού χαρακτήριζε τήν συγκεκριμένη ἀθηναϊκή περίοδο εἶναι ἕνας λόγος. Ἴσως, ἡ πλήξη πού ἐξέφραζε πολλές φορές τούς διανοουμένους να είναι ένας ακόμα. Ἴσως, ἡ ἐπιθυμία ή η ἀνάγκη γιά κάτι νέο, κάτι καινούργιο, δυναμικό καί ἀναζωογονητικό νά εἶναι μερικές ακόμα ἀπό τίς αἰτίες πού ὤθησαν τούς πολίτες τῆς Ἀθήνας νά ἀκούσουν ἐκ νέου τόν ἐκ Ταρσοῦ παρεπίδημο. Ὅμως, σίγουρα, ἡ πραγματική αἰτία, ἡ ρίζα τοῦ προβλήματος βρίσκεται σέ βαθύτερα γεγονότα, τά ὁποῖα σχετίζονται μέ τό τρανότατο παράδειγμα τῶν δούλων καί τῶν ἐλεύθερων πολιτών. Ὁ ἄνθρωπος πού εἶχαν μπροστά τους εἶχε τήν δύναμη νά γεφυρώσει τήν κοινωνική αὐτή ἀνισότητα. Να ισορροπήσει ανάμεσα στις προσωπικές φιλοδοξίες και τις επιδιώξεις εκάστου. Μίλησε γιά ἴση ἀντιμετώπιση μεταξύ δούλων καί ἐλεύθερων "οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδέ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδέ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ . . . "(3) καί ἔτσι, μέ αὐτό τό διαχωρισμό ἐθεολόγησε. Ὁμολόγησε πώς ἄν, ὄντως εἶσαι χριστιανός, βαπτισμένο μέλος τῆς Ἐκκλησίας, δέν μπορεῖ παρά νά βιώνεις ὅτι πιστεύεις. Νά εἶσαι σέ πλήρη ἀκολουθία λόγων και ἔργων. Αὐτός ἄλλωστε πρέπει νά ἦταν καί ὁ φόβος τοῦ Παύλου ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ βράχου. Θά μπορέσω ἐγῶ, ίσως να μονολογούσε, νά ἀποτελέσω ἔμπρακτο παράδειγμα για τους Αθηναίους, θά μπορέσω νά ἀποδείξω σ’αυτούς τό μεγαλεῖο αὐτοῦ πού ἐκπροσωπῶ; Θά μπορέσω νά καλύψω τό χρυσό ένδυμα καί τό ἀπαράμιλλο κάλλος τῶν ἀγαλμάτων από έναν φτωχό και ταπεινό Θεό, θα μπορέσω να μεταφέρω το απλό ἀλλά ἀληθινό μήνυμα τοῦ Χριστοῦ; Αὐτές οἱ σκέψεις προβλημάτιζαν τόν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν, ὄχι λόγῳ τῆς δικῆς του ἀπιστίας, αὐτό ἄλλωστε δέν μαρτυρεῖται πουθενά στό Εὐαγγέλιο, ἀλλά λόγῳ τῆς πορρώσεως τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἀπηχοῦσαν τά μεγαλεῖα τοῦ παρελθόντος, εἶχαν ὅμως ἀπολέσει τήν σύνδεση λόγων καί ἔργων.

Ὁ βράχος αὐτός, Μακαριώτατε, ἀποτελεῖ διαχρονικό σύμβολο τῆς ἄρρηκτης σύζευξης Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ, ἀποδεικνύει τό μεγαλεῖο τῆς ἀλληλοπεριχωρήσεως, ἐνῶ καταδεικνύει τήν ὑπεροχή τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος φανερώνεται ἐν τόπῳ καί χρόνῳ, λαμβάνει ἀνθρώπινη σάρκα, πάσχει γιά κάθε ἄνθρωπο, ἀνασταίνεται καί ζεῖ μέσα σέ κάθε ἄνθρωπο. Ο σαρκωμένος Λόγος ενδύεται μέ τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, γίνεται ὁ ἴδιος πρόσωπο σέ μία σχέση κοινωνίας καί ἀγάπης, ερχόμενος σε πλήρη ἀντίθεση μέ τό προσωπεῖο τοῦ ἀρχαίου θεάτρου. Γιατί; Διότι έτσι προετοίμασε τήν οὐσιαστική ἀλλαγή του ελληνικού πνεύματος, ὁδηγώντας πρός τό Πρόσωπο, πρός τόν ἴδιο τόν Ἐσταυρωμένο Χριστό, απαλλάσσοντας τον κάθε άνθρωπο από την επιφανειακή προσέγγιση των διαπροσωπικών σχέσεων.

Αὐτό τό πρόσωπο προσπάθησε νά διατρανώσει ὁ Παῦλος στούς Ἀθηναίους. Αὐτή τή νέα θεώρηση τοῦ ἀνθρωπίνου ὄντος, ὄχι ὡς ἀτομοκεντρική ἔκφραση, ἀλλά ὡς μοναδικό πρόσωπο κατά πάντα ἰσότιμο καί ἰσόκυρο μέ τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν ἔκφραση τῆς ἀγάπης Του πρός τόν πονεμένο ἄνθρωπο. Αὐτό τό στοιχεῖο ἔλειπε ἀπό τήν ἀρχαία διανόηση γιά νά ὁλοκληρωθῇ ἡ μερική τελειότητά της. Αὐτόν τόν ἄγνωστο Θεό προσπάθησε νά κηρύξει ὁ Ἀπόστολος τῆς ἀγάπης στούς Ἀθηναίους, μέ σκοπό νά τούς ὁδηγήσει στήν πραγματική πράξη τῶν ἰδεῶν πού γέννησαν τήν δημοκρατία καί τό ὀλυμπιακό πνεῦμα.

Εἶναι ὅμως ἰδιαιτέρως ἐπίκαιρο νά δοῦμε πῶς τό πρόσωπο αὐτό γιά τό ὁποῖο μίλησε ὁ Παῦλος, ἔχει ἀποκτήσει σήμερα τόν σεβασμό καί τήν ἀξία πού θά ἔπρεπε νά ἔχει σε κάθε καλῶς νοουμένη ἀναπτυγμένη κοινωνία. Γίνεται πολύς λόγος γιά τήν ἔννοια τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Γιά τίς ἀξίες πού περιγράφουν τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Ἡ ἰατρική ἐπιστήμη επί παραδείγματι, ἀναζητᾶ τά ὅρια αὐτοῦ τοῦ σεβασμοῦ, ἀντιμετωπίζοντας τεράστια ἠθικά διλήμματα μέ ἀποτέλεσμα νά συγκρούονται ἐπιστήμη καί θεολογία λόγῳ αὐτῆς τῆς ἀδυναμίας. Τό πρόσωπο ὅμως, ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἀνεξαρτήτως χρώματος, γλώσσας, πολιτισμοῦ καί θρησκείας, παραμένει ὁ μεγάλος ἡττημένος αὐτῆς τῆς διαμάχης. Ἡ συνεχῶς αὐξανόμενη φτώχεια, ἡ διογκούμενη οἰκονομική κρίση, ἡ πολιτική ἀστάθεια, τό καθεστῶς τοῦ πολέμου, ἡ κοινωνική ἀνισότητα καί ὁ θρησκευτικός φανατισμός ωθούν πολλούς ἀνθρώπους στήν λύση τῆς μετανάστευσης πρός ἕνα καλύτερο αὔριο, πρός μία νέα πατρίδα στήν ὁποία θά μπορέσουν νά ξεπεράσουν τά παραπάνω προβλήματα. Σ΄ αυτήν την νέα πραγματικότητα το πρόσωπο ταλανίζεται από τις νέες συνθήκες που καλείται να αντιμετωπίσει. Εντάσσεται σ΄ έναν νέο χώρο προκλήσεων, διεκδικώντας τα θεμελιώδη και πανανθρώπινα δικαιώματα που αρμόζουν σε κάθε πρόσωπο από όπου και αν αυτό προέρχεται.

Ἀξίζει νά παραθέσουμε ἐδῶ ἕνα μέρος σέ νεοελληνική ἀπόδοση ἀπό τόν λόγο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης περί φιλοπτωχείας καί εὐποιΐας, στόν ὁποῖο ἀρκετούς αἰῶνες πρίν συγκεκριμένα τόν 4ο αἰώνα μ.Χ. ἀναφέρεται προφητικά ἡ σημερινή κατάσταση: "Ἦρθαν ἔτσι τά πράγματα, ὥστε γύρω μας νά ἀφθονοῦν οἱ γυμνοί καί οἱ ἄστεγοι. Εἶναι πάμπολλοι οἱ πρόσφυγες πού χτυποῦν τίς πόρτες μας. Πάμπολλοι εἶναι καί οἱ ξένοι καί οἱ μετανάστες. Ὅπου καί ἄν κοιτάξεις θά δεῖς χέρια ἁπλωμένα σέ ζητιανιά. Γιά σπίτι ἔχουν τήν ὕπαιθρο. Φωλιάζουν σέ τρύπες ὅπως οἱ νυχτοκόρακες καί οἱ κουκουβάγιες. Γιά χωράφι ἔχουν τήν διάθεση ὅσων δίνουν ἐλεημοσύνη. Πίνουν νερό ἀπό τίς κρῆνες, ὅπως τά ζῶα καί γιά ποτήρια ἔχουν τίς χούφτες τους. Κρεβάτι, τό ἔδαφος. Ἡ ζωή τους εἶναι πλέον γεμάτη μετακινήσεις καί ἀγριάδα, ὅμως δέν ἦταν ἔτσι ἐξ ἀρχῆς. Ἄς ὄψονται ἡ συμφορά καί ἡ ἀνάγκη"(4).

Σέ πόσους, Μακαριώτατε Πάτερ, δέν εἶναι γνωστές αὐτές οἱ εἰκόνες πού περιγράφει ὁ πατήρ τῆς Ἐκκλησίας. Πόσοι ἐξ ἡμῶν δέν ἀντιμετωπίζουμε καθημερινῶς παρόμοιες καταστάσεις; Δέν εἶναι τρανότατη ἀπόδειξη τῆς ἐξαθλίωσης τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου οἱ παραπάνω εἰκόνες; Γι' αὐτόν τόν ἄνθρωπο μίλησε λοιπόν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στούς Ἀθηναίους. Αὐτό τό πρόσωπο εἶναι ἡ ὁμολογία τοῦ Ἀποστόλου, στό ὁποῖο φανερώνεται ὁ Ἰησοῦς Χριστός, τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Ἄν καί σήμερα ὡμιλοῦσε ἀπό αὐτόν τόν βράχο ὁ Παῦλος καί ρωτοῦσε τούς Ἀθηναίους, ὅλους ἐμᾶς δηλαδή, 2.000 χρόνια μετά τήν ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου, θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι βιώνουμε τήν κατάσταση αὐτή; Θα μπορούσαμε να δηλώσουμε ότι ἀγαπᾶμε μέ τρόπο τέτοιο πού νά ἀνοιγόμαστε σέ κάποιον ἄλλο, σέ κάποιον ξένο, χωρίς προϋποθέσεις προσωπικῆς εὐδαιμονίας καί ἐγωϊστικῆς αὐταρέσκειας; Ἡ ἀγάπη στήν Ἐκκλησία ἀρχίζει ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό καί καταλήγει σέ κάθε μέλος Της, δημιουργῶντας μία ἀμφίδρομη σχέση, ἡ ὁποία φανερώνεται στήν εὐχαριστιακή σύναξη, δοξάζεται ὅμως στό πρόσωπο τοῦ πλησίον, τοῦ ἄλλου, τοῦ ξένου. "Ὁ γάρ ἀγαπῶν, τόν ἕτερον νόμον πεπλήρωκε"(5) ὑπογραμμίζει ὁ Παῦλος στήν ἐπιστολή του πρός Ρωμαίους, ἀποσαφηνίζοντας τό μεγαλεῖο τῆς ἀγάπης στήν διαπροσωπική σχέση, προσκαλῶντας παράλληλα κάθε πιστό χριστιανό νά πράξει τό ἴδιο.

Ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε μπροστά μας αὐτή τήν πρόκληση-πρόσκληση γιά νά δοῦμε τόν ἄλλο ὡς πρόσωπο, ὡς ξεχωριστή ὀντότητα μέ ἀξίες καί ἀρχές πού χρήζει σεβασμοῦ καί τιμῆς, ὄχι μόνον ἐπειδή ὑπάρχει ἤ ἐκφράζει ἀπόψεις πού συμφωνοῦμε ἤ διαφωνοῦμε με αυτές, ἀλλά διότι ἀντικατοπτρίζει τήν Τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ, τήν δόξα Του καί τήν λάμψη Του, τή φανέρωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ επί της γῆς.

Μακαριώτατε,

"τοῦ γάρ καί γένος ἐσμέν", αὐτοῦ τοῦ ἰδίου γένους καί ἀπό τήν ἴδια σάρκα εἴμαστε ὅλοι πλασμένοι. Ἄς εἶναι ἡ σημερινή ἡμέρα ἡ ἀπαρχή τῆς προσωπικῆς, πλέον, ἀναφορᾶς μας πρός τούς ἐγγύς καί τούς μακράν. Εὐχηθεῖτε, Μακαριώτατε, ὁ Μέγας τῶν Ἐθνῶν Ἀπόστολος Παῦλος νά δέεται πρός τόν ἀρχιποίμενα Χριστό γιά τήν πραγμάτωση αὐτῆς τῆς εὐχῆς, γιά τήν ὁλοκλήρωση τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου μέ σκοπό τήν ἀπροϋπόθετη καί προσωπική ἀγάπη πρός πάντας. Εὐχηθεῖτε νά ἀποχωρήσουμε ὃλοι ἀπό αὐτόν τόν χώρο, ἔχοντας ἐλπίδα ὃτι μπορούμε νά εἴμαστε πρόσωπα ἀγάπης, πρόσωπα καταλαγῆς καί συμφιλίωσης, ζωντανές εἴκόνες ἑνός ζωντανοῦ Θεοῦ.
Γένοιτο.

----------------------------------------------
1. Λουκ. 2,34.
2. Πραξ. 17, 32-33.
3. Γαλ. 3,28.
4. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Περί φιλοπτωχίας καί εὐποιΐας, λόγος Α´, PG 46, 457A-C.
5. Ρωμ. ΙΓ΄, 8

Οδοιπορικό στο " Άγιο Όρος" της Αιτωλοακαρνανίας..

Ο Σύλλογος Φίλων Αγίου Όρους ''Κοσμάς ο Αιτωλός'', πραγματοποίησε το Σάββατο εκδρομή σε ένα μοναδικό θρησκευτικό μνημείο του νομού μας. Πρόκειται για τον Άγιο Νικόλαο στο Σπήλαιο Εγκλείστρας στη Βαράσοβα. Τα μέλη του συλλόγου, του οποίου Πρόεδρος είναι ο καθηγητής Θεολογίας κ. Φώτης Μάλαινος, ξεκίνησαν από το Αγρίνιο φτάνοντας στην Κάτω Βασιλική, απ' όπου με τα ψαροκάϊκα των κατοίκων της περιοχής κατέληξαν στην παραλία κάτω από το σπήλαιο, η οποία βρίσκεται ανάμεσα από δύο βράχους. Από εκεί πραγματοποίησαν πεζοπορία 15 περίπου λεπτών εώς το χώρο του προσκηνύματος, όπου και τελέστηκε Θεία Λειτουργία από το Σεβασμιώτατο Μητοπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασσίου κ.κ. Ιερόθεο. Εν συνεχεία ξεναγήθηκαν από τον Αγρινιώτη καθηγητή Βυζαντινής Αρχαιολογίας κ. Αθανάσιο Παλιούρα.

Αξίζει να αναφέρουμε, ότι το εν λόγω μοναστήρι χρονολογείται από τον 60 αιώνα μ.Χ, ενώ η λειτουργία του σταμάτησε επί τουρκοκρατίας στη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου από τον Ιμπραήμ. Έκτοτε γνώρισε την απόλυτη εγκατάλειψη. Ευτυχώς πριν από περίπου 10 χρόνια αναστηλώθηκε κατόπιν παρεμβάσεων και εργασιών που πραγματοποιήθηκαν υπό την καθοδήγηση του κ. Παλιούρα. Ειδικότερα, πέραν του ειδυλλιακού τοπίου, αυτό που προκαλεί το ενδιαφέρον των επισκεπτών είναι η φτιαγμένη από πορόλιθο Αγία Τράπεζα, το εξαιρετικής κατασκευής τέμπλο καθώς και τα κομμάτια από μαλτέζικο δάπεδο, το οποίο θεωρούταν εκείνη την εποχή μεγάλης και σπάνιας αξίας. Τέλος, όπως μπορείτε να δείτε και στην έκτη κατά σειρά φωτογραφία, ακριβώς πάνω απ τη σπηλιά υπάρχει ένας χώρος (εγκλείστρα) όπου απομονώνοταν προς προσευχή ένας μοναχός για ένα με δύο χρόνια, τρεφόμενος μόνο με ψωμί και παξιμάδι, κάτι το οποίο δεν συναντάται πουθενά αλλού στην Ευρώπη!

Παραθέτουμε τα ανωτέρω για δύο κυρίως λόγους:
1. Για να αναδειχτούν και να προβληθούν άγνωστες αλλά μοναδικές πτυχές της πλούσιας ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της Αιτωλοακαρνανίας.
2. Για να αντιληφθούν κάποιοι ότι πολιτισμός και παράδοση δεν είναι μόνο η χρηματοδότηση ''επικοινωνιακών'' πολιστιστικών εκδηλώσεων, οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις δεν έχουν να προσφέρουν απολύτως τίποτα ουσιαστικό στην τοπική κοινωνία! Αλήθεια οι ιθύνοντες, σε επίπεδο κοινοβουλευτικό και αυτοδιοικητικό, δεν έχουν ακούσει τίποτα περί θρησκευτικού τουρισμού; Είναι δυνατόν ένα τέτοιο μνημείο να μην έχει καν τη στοιχειώδη πρόσβαση; Πάλι καλά που υπάρχει και η πρωτοβουλία των απλών πολιτών που θυμίζει στην πολιτεία ότι οφείλει να πράξει τα δέοντα...
ΠΗΓΗ: agrinionews

Ο Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας πατέρας Κοσμάς,υπέγραψε την "Ομολογία Πίστεως"




ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ

ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

Εν Ι. Π. Μεσολογγίου τη 18η Ιουνίου 2009

Αγαπητοί πατέρες και αδελφοί, Χαίρετε εν Κυρίω.

Όλη ψυχή τε και καρδία και διάνοια και χείλεσιν, ομολογώ και προσυπογράφω την «Ομολογίαν πίστεως κατά του Οικουμενισμού».


Είναι κείμενον πλήρες πίστεως εις την αθάνατον Ορθοδοξίαν ημών.


Είναι πέλεκυς κατά των αιρέσεων και αιρετικών, μάλιστα δε της παναιρέσεως του αιώνος, του Οικουμενισμού.


Ημείς, οι χάριτι Θεού Επίσκοποι, εδώσαμεν φρικτόν όρκον κατα την ώραν της χειροτονίας ενώπιον του παναγίου θυσιαστηρίου και του ιερού ευαγγελίου.


Υπεσχέθημεν να μην αμαυρώσωμεν τον θησαυρόν της αμωμήτου πίστεως, τον οποίον παρέδωσαν εις ημάς οι Άγιοι και Θεοφόροι Πατέρες, των οποίων ημείς δεν είμεθα άξιοι να λύσωμεν τον ιμάντα των υποδημάτων αυτών...


Έχομεν, λοιπόν, χρέος να ορθοτομούμεν εις την ομολογίαν της πίστεως, αποδεχόμενοι πάσαν θυσίαν.


Όχι, δεν θα προδώσωμεν τα ιερά και τα όσια της αγίας Ορθοδοξίας ημών, χάριν μιας ψευδοευγενείας και αγαπολογίας των οικουμενιστών.

Θα μείνωμεν με την χάριν του Τριαδικού Θεού ημών «εδραίοι και μή μετακινούμενοι» (Κολασ. α', 23) εις την πίστιν, το φρόνημα και την τακτικήν των αγίων πατέρων, όπως π.χ. του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά,του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, του αγίου Φωτίου και όλων των αγίων πατέρων της μιάς, αγίας, καθολικής και Αποστολικής ημών Εκκλησίας, της μόνης Εκκλησίας εν τω κόσμω.

Θα μείνωμεν, χάριτι Θεού, Ορθόδοξοι υγιαίνοντες εν τη αληθεία και, αν το επιτρέψη ο Κύριος, και την ζωήν ημών θα δώσωμεν διά την Ορθοδοξίαν.


Περαίνω με τον Θούριον της Ορθοδοξίας του αγίου μονάχου Ιωσήφ Βρυεννίου: «Ουκ απαρνησόμεθά σε φίλη Ορθοδοξία, ον ψευσόμεθά σε, πατροπαράδοτον σέβας. Εν σοί εγεννήθημεν και εν σοι ζώμεν και εν σοι κοιμηθησόμεθα. Ει δέ και καλέσει καιρός, και μυριάκις υτιέρ σου τεθνηξόμεθα».


Μετά διαπύρων ευχών

Ο Μητροπολίτης

Ο Αιτωλίας και Ακαρνανίας Κοσμάς

Eκδήλωση για την ανάδειξη των Βυζαντινών μνημείων στα Ελληνικά

Eκδήλωση για την ανάδειξη των Βυζαντινών μνημείων στα Ελληνικά
Αναρτήθηκε από agrinionews

Η ανάδειξη των Βυζαντινών Μνημείων του Αρακύνθου ήταν το θέμα της εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε προχθές το βράδυ (Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009) στο Δημοτικό Διαμέρισμα Ελληνικών του Δήμου της Ι.Π. Μεσολογγίου, με ομιλητή τον Καθηγητή Πανεπιστημίου κ. Αθανάσιο Παλιούρα, ο οποίος απεκάλυψε με φωτογραφικό υλικό την ιστορία και τη σημασία των βυζαντινών μνημείων της περιοχής.
Η εκδήλωση ήταν ενταγμένη στο πρόγραμμα των Καλοκαιρινών Πολιτιστικών Εκδηλώσεων με τίτλο «Ο πολιτισμός μας στο προσκήνιο» που οργανώνει η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας με τη συνεργασία των Δήμων, των πολιτιστικών και αθλητικών συλλόγων του νομού.
Στο χαιρετισμό του ο Νομάρχης Αιτωλοακαρνανίας Θύμιος Σώκος χαρακτήρισε μεταξύ άλλων τον Αράκυνθο ως: «Μνημείο της φύσης που κρύβει υπέροχους θησαυρούς του πολιτισμού και της παράδοσης από τους προϊστορικούς ακόμη χρόνους» ενώ σε άλλο σημείο ανέφερε ότι ο «Ο Αράκυνθος αποτελεί μοναδικό πλούτο για την Αιτωλοακαρνανία.
Που προστατεύοντας τον από τους ασυνείδητους εμπρηστές και αναδεικνύοντας τα πλεονεκτήματά του έχουμε πολλά να κερδίσουμε.