Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

Σήμερον ἔαρ ψυχῶν, ὅτι Χριστὸς ἐκ τάφου, ὥσπερ ἥλιος ἐκλάμψας τριήμερος, τὸν ζοφερὸν χειμῶνα ἀπήλασε τῆς ἁμαρτίας ἡμῶν, αὐτὸν ἀνυμνήσωμεν, ὅτι δεδόξασται

"Βάλε τό δάχτυλό σου ἐδῶ καί ἰδές τά χέρια μου, πού τραυματίστηκαν γιά σᾶς, γιά νά θεραπεύουν τά χτυπήματα τῶν δικῶν σας ψυχῶν..."

Επειτα εἶπε στό Θωμᾶ Βάλε τό δάχτυλό σου ἐδῶ καί ἰδές τά χέρια μου.

Τί ὕψος ἀπέραντης φιλανθρωπίας!
Τί πέλαγος ἀμέτρητης συγκαταβάσεως!

Δέν περίμενε τήν προσέλευση τοῦ μαθητοῦ,
δέν περίμενε νά πλησιάση αὐτός πού εἶχε ἀνάγκη,
νά παρακαλέση καί νά ἐπιτύχη ὅ,τι ἤθελε.

Μήτε γιά λίγο δέν τόν στέρησε ἀπό τήν ἐπιθυμία,
ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ ἀγαπημένος αὐτόν πού τόν ἀγαποῦσε μέ τή βία τραβοῦσε κοντά του,
ὁ ἴδιος ἔσυρε στήν πληγή τό δάχτυλο ἐκείνου πού εἶχε τόν πόθο, ὁ ἴδιος μέ τή δεσποτική γλῶσσα του, τράβηξε τό δουλικό χέρι λέγοντας σ᾿ αὐτόν.

Βάλε τό δάχτυλό σου ἐδῶ καί ἰδές τά χέρια μου.

῎Ακουσα, Θωμᾶ, ἀπών σάν ἄνθρωπος ἀλλά παρών σάν Θεός,
ὅ,τι εἶπες στούς ἀδελφούς σου.

῎Ημουν κοντά σας μέ τή θεϊκότητά μου καί χώρια σας μέ τήν ἀνθρωπίνη φύση μου. Θέλεις νά σοῦ ὑπενθυμίσω τά λόγια πού εἶπες προηγούμενα;

Δέν εἶπες, ἄν δέ δῶ μέσα στά χέρια του τά σημάδια τῶν καρφιῶν καί δέ βάλω τό δάχτυλό μου στά σημάδια τῶν καρφιῶν καί δέ βάλω τό χέρι μου στήν πλευρά του,
δέ θά πιστέψω;

Δέ βγῆκαν ἀπό τά χείλη σου τά λόγια αὐτά;
Τά λόγια αὐτά δέ ἀνταποκρίνονται στούς λογισμούς σου;
Γι᾿ αὐτό ξαναῆλθα.γιά νά μήν ἀμφιβάλλης.

Γι᾿ αὐτό εἶμαι κοντά σας δεύτερη φορά, γι᾿ αὐτά πού ἐπιθυμεῖς ἔχω φτάσει καί τώρα ἦρθα γιά σένα, τόν ἕνα, ἐγώ πού γιά τό χαμένο πρόβατο κατέβηκα ἀπό τούς οὐρανούς χωρίς ἐν τούτοις νά τούς ἀφήσω.

Μή διστάσης λοιπόν νά μάθης ὅ,τι ποθεῖς, μήν ντρέπεσαι νά κοιτάξης καλά ὅ,τι θέλεις. Μήν ἀποφύγης νά βάλης τό δάχτυλό σου στά ἴδια τά χέρια μου.

᾿Ανέχομαι καί τά περίεργα δάχτυλα, ὅπως ἀνέχτηκα τά καρφιά.

Υπομένω τήν περιέργεια τοῦ φίλου, ὅπως ὑπόμεινα τήν κακία τῶν ἐχθρῶν.

Μέ σταύρωσαν οἱ ἐχθροί μου καί δέν ἀγανάκτησα
καί δέ θά ὑποφέρω τήν δική σου ἐξέταση;

Βάλε τό δάχτυλό σου ἐδῶ καί ἰδές τά χέρια μου, πού τραυματίστηκαν γιά σᾶς, γιά νά θεραπεύουν τά χτυπήματα τῶν δικῶν σας ψυχῶν.

᾿Ιδές τά χέρια μου καί συλλογίσου ἄν εἶμαι ἐκεῖνος
πού θεληματικά σταυρώθηκε ἤ κάποιος ἄλλος.

᾿Ιδές τά χέρια μου, πού ἄφησα νά διατηροῦν τά σύμβολα τῆς ῾Εβραϊκῆς μανίας κι ὅταν μέ τήσυνηθισμένη ἀναίδειά τους μοῦ ποῦν οἱ ῾Εβραῖοι κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεωςὅτι ἐμεῖς Κύριε, δέ σέ σταυρώσαμε, τότε θά δείξω σ᾿ αὐτούς πού μέ πολέμησαν,
τά χέρια μου μ᾿ αὐτή τή μορφή
καί θά ντροπιάσω τούς ῾Εβραίους μόλις τ᾿ ἀντικρύσουν. ᾿

Ιδές τά χέρια μου, καί τό ἀληθινό γεγονός τῆς ἀναστάσεως
μου μή νομίσης πώς εἶναι μιά φαντασία.

Κράτησε αὐτά τά χέρια,σάν ὁμήρους γιά τόν ξαναγεννημό σας.

Κράτησε αὐτά τά χέρια, σάν ἐνέχυρα γιά τήν ἀνάστασή σας μέσα ἀπό τόν τάφο.

Κράτησε αὐτά τά χέρια, σάν ἄγκυρα πού ἔπεσε στό βυθό τοῦ ῞Αδη.

Καμμιά χειμωνιά τῆς ζωῆς μή φοβηθῆς,
καμμιά ζάλη τοῦ κόσμου ἄς μή σέ ζαλίση.

Μή φοβηθῆς τό φύσημα τῶν ἀντιθέτων ἀνέμων,
ἄς μή σέ ἀνησυχήσουν οἱ καταιγίδες κι οἱ σκόπελοι τῆς θάλασσας τῶν ἐχθρῶν.

Πέρνα μέ θάρρος τό πέλαγος τῆς ζωῆς,
ταξίδευε κρατῶντας τήν ἄγκυρα τοῦ πνεύματος,
ταξίδευε ἔχοντας μπροστά σου σάν λιμάνι τόν οὐρανό.

Ταξίδευε καί νά φοβᾶσαι μόνο τῆς ἀρνήσεώς μου τό ναυάγιο.

Περιγέλα τό θάνατο σά νεκρό, περίπαιζε τή φθορά σάν ἀνίσχυρη.

᾿Αποδέχου γιά χάρη μου τό τέλος τῆς ζωῆς σάν ἀρχή μιᾶς πιό ἐσωτερικῆς ζωῆς
καί φέρε τό χέρι σου καί βάλτο στήν πλευρά μου.

῎Αντλησε μέ τό χέρι σου ἀπό τή βρύση αὐτή τῆς ζωῆς τό νᾶμα πού ποθεῖς,
τή δίψα σου ἀνακούφισε.

Φέρε τό χέρι σου καί βάλτο στήν πλευρά μου.

Βάλε τό χέρι στό ἰατρεῖο τῆς πλάσης καί βγάλε τό φάρμακο τῆς ἐπιθυμίας σου.

Δέχομαι ἄγγιγμα χεριοῦ πού μ᾿ ἀγαπᾶ.ἐγώ πού δέχτηκα τήν πληγή τῆς λόγχης.

Φέρε τό χέρι σου καί βάλτο στήν πλευρά μου, γιά νά μπορεῖς ν᾿ ἀγωνίζεσαι γι᾿ αὐτήν, γιά νά μπορεῖς ν᾿ ἀποκριθῆς σ᾿ αὐτούς πού πολεμοῦν τήν ἀλήθεια, ὅτι μέ εἶδες μετά τήν ᾿Ανάσταση καί μ᾿ἀναγνώρισες καί μέ ψηλάφησες προσεκτικά.

Φέρε τό χέρι σου καί βάλτο στήν πλευρά μου.

Γιά σένα τήν ἄφησα ἔτσι ἐγώ πού θεράπευσα τά σώματα καί τίς ψυχές τῶν ἄλλων.

Πρόβλεψα σάν Θεός ὅτι θά θελήσης νά τή δῆς ἔτσι καίβλέποντας τ᾿ ἀχνάρια τοῦ πάθους στήν σάρκα μου θέλησα νά θεραπεύσης τό πάθος τῆς ψυχῆς σου.

Φέρε τό χέρι σου, καί βάλτο στήν πλευρά μου
πού τήφύλαξα ἔτσι μέ κάποιο σκοπό.

῞Οταν γυρίσω πάλι ἀπό τούς οὐρανούς καί καθίσω σέ θρόνο κριτής ζωντανῶν καί νεκρῶν νά ἰδοῦν οἱ ῾Εβραῖοι κατάματα τά ἔργα τῆς κακίας τους καί μόνοι τους ν᾿ αὐτοδικαστοῦν καί μή φανῆς ἄπιστος ἀλλά πιστός.

Κακό ἡ ἀπιστία, κάνει τόν νοῦ νά βουλιάξη. ῾πίστητόν ἀναρπάζει στόν οὐρανό. ῾

Η ἀπιστία τυφλώνει τήν ψυχή.
ἡ πίστη σκορπᾶ τό φῶς της στούς λογισμούς.
πίστη καί τά ἀόρατα κατακάθαρα βλέπει, ὁ ἄπιστος εἶναι σ᾿ ἄγνοια ὁλοκληρωτική.

Μή γίνης ἄπιστος ἀλλά πιστός.

Παραμέρισε τό νέφος τῆς ἀπιστίας καί κοίταξε τίς καθαρές ἀκτῖνες τῆς πίστης.

Γίνου μέσα σέ ὅλους ἄξιος ἀπόστολος τῆς θεότητάς μου.

Γίνου τέτοιος ὅπως πρέπει νά εἶναι αὐτός
πού μέ συνάντησε καί εἶδε τέτοια ὅπως ἐσύ.

῞Ομοια μέ τούς ἄλλους ἀποστόλους σέ κάλεσα, ὅμοια μ᾿ αὐτούς σέτίμησα,
ὅμοια μ᾿ αὐτούς ὁπλίσου.

῞Ομοια μ᾿ αὐτούς εἶδες ὅ,τι εἶδαν, ὅμοια μ᾿ αὐτούς σοῦ ἐμπιστεύθηκα σά φίλο,
ὅλο μου τό μυστήριο, ὅμοια μ᾿ αὐτούς κήρυξε τή δύναμή μου.

Μήν πῆς πάλι, ἀφοῦ μέ εἶδες μιά φορά.῎

Αν δέ δῶ πάλι στά χέρια του τά σημάδια τῶν καρφιῶν δέ θά πιστέψω.

῞Οσο εἶμαι μαζί σας ἄφησε ἐλεύθερη , ὅπως θέλεις, τήν περιέργειά σου. ῞

Οσο ἔχεις δίπλα σου τό οὐράνιο κλῆμα
ὅλα τά κλαδιά καί τά σταφύλια του ἐρεύνησε.

Θ᾿ ἀνεβῶ στούς οὐρανούς, ἀπ᾿ ὅπου ἦρθα στή γῆ, θ᾿ ἀνεβῶ, ὅπου εἶμαι.

Θ᾿ ἀνεβῶ μέ τήνἀνθρωπίνη φύση μου ἐκεῖ
ἀπ᾿ ὅπου γιά χάρη σας κατέβηκα μέ τή θεία μου φύση.

Θ᾿ ἀνεβῶ μ᾿ αὐτό μου τό σῶμα, ἄν καί χωρίς αὐτό ἦρθα ἀπό κεῖ κι ἔμεινα ἐκεῖ πέρα.

Θ᾿ ἀνεβῶ στούς κόλπους τούς πατρικούς μέ τή δική σας φύση,
ἄν καί εἶμαι στούς κόλπους τοῦ πατέρα.

Τελείωσα τό ἔργο μου γιά χάρητου ἔκανα αὐτή τήν πορεία.

᾿Αφοῦ ἄγγιξε λοιπόν ὁ Θωμᾶς τά χέρια τοῦ Κυρίου καί τή θεία πλευρά
γέμισε ἀπό δειλία καί ἀπό χαρά μαζί βλέποντας αὐτά πού ἐπιθύμησε
καί ἀμέσως ξεσπᾶ σέ ὕμνο τοῦ Κυρίου κραυγάζοντας.

Κύριέ μου καί Θεέ μου.

Σύ εἶσαι ὁ Κύριος καί ὁ Θεός.

Σύ εἶσαι ὁ ἄνθρωπος καί ὁ φιλάνθρωπος.

Σύ εἶσαι ξενόφερτος καί παράξενος γιατρός τῆς πλάσης.

Δέν κόβεις μέ τό νυστέρι τ᾿ ἄρρωστα μέλη,δέν καῖς μέ τή φωτά τίς πληγές,
δέν μαζεύεις ἀπ᾿ τά βοτάνια τήν δύναμη τῶν φαρμάκων σου,
δέ δένεις μέ ὁρατούς ἐπιδέσμους τίς πληγές πού μᾶςἀφανίζουν.

Διαθέτεις ἀόρατους ἐπιδέσμους ἀγάπης,
πού ἀόρατα τονώνουν τά καταπονημένα μέλη.

῎Εχεις λόγο πού εἶναι πιό κοφτερός ἀπό τό μαχαίρι
ἔχεις λόγο πιό δυνατό ἀπ᾿ τή φωτιά;

Έχεις βλέμμα ἀπ᾿ τό φάρμακο πιό ἁπαλό.
Σάν δημιουργός ἁγιάζεις χωρίς κόπο τό δημιούργημά σου,
σάν πλάστης χωρίς νά κουραστῆς μεταπλάθεις τά πλάσματά σου.

Σύ κατά τό θέλημά σου τούς λεπρούς καθάρισες, τούς κουτσούς τούς ἔκανες νά τρέχουν, τούς παράλυτουςνά σηκώνουν τά κρεβάτια τους, τούς γεννημένους τυφλούς τούς προστάζεις νά πετάξουν μέ νίψιμο τό σκοτάδι.

᾿Εξώρισες τούς δαίμονες ἀπ᾿ τάδημιουργήματά σου,
μέ θέλημά σου πιάστηκες ἀπ᾿ τούς ἐχθρούς καί ἀπ᾿ τούς ῾Εβραίους,
τά πάντα δέχτηκες γιά μένα στό σῶμα σου.

῏Ω Κύριε καί Θεέ μου.᾿
Αναγνώρισα τόν Κύριό μου, ἀναγνώρισα τόν ἁλιέα καί φύλακά μου,
ἀναγνώρισα τό βασιλιά καί Κύριό μου.

῏Ω Κύριέ μου καί Θεέ μου.

Πιστεύω Κύριε στήνοἰκονομία σου, πιστεύω στήν συγκατάβασή σου,
πιστεύω στήν ἀνάληψη ἀπό μέρους σου τῆς φροντίδας μου,
πιστεύω στόν προσκυνητό σου σταυρό,
πιστεύω στά παθήματα τῆς σάρκας σου,
πιστεύω στόν τριήμερο θάνατό σου, πιστεύω στήν ἀνάστασή σου.

Λοιπόν δέν ἔχω πιά περιέργεια.

Πιστεύω, δέν κάνω πιά ἔλεγχο.πιστεύω, δέν στήνω πιά τή ζυγαριά τοῦ νοῦ.

Πιστεύω, δέν ἔχω πιά περιέργεια.
Πιστεύω στά μάτια μου καί στά χέρια μου.

Μέ δίδαξαν αὐτά πού εἶδα νά μήν κάνω ἔλεγχο.

Ψηλάφησα κι ἔμαθα νά προσκυνῶ ὄχι νά φιλονικῶ.

῞Ενα Κύριο καί Θεό γνωρίζω, τόν Κύριό μου Χριστό. ῎

Ας εἶναι δεδοξασμένος καί δυνατός στούς αἰῶνες. ᾿Αμήν.

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου
λόγος
"Είς την Καινήν Κυριακήν και είς τον Απόστολον Θωμάν"

"Η ΑΣΕΒΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ"


Xθες το πρωί στην γνωστή εκπομπή του Γιώργου Παπαδάκη "Καλημέρα Ελλάδα" στον τηλεοπτικό σταθμό ANT1, εκλήθην να σχολιάσω - σε απευθείας σύνδεση από το στούντιο του Συντάγματος - το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Ο ΚΟΣΜΟΣ της Πάτρας, με τον ιερέα ο οποίος βάφτιζε και μιλούσε ταυτόχρονα και στο κινητό.
Ο τηλεοπτικός χρόνος αδυσώπητος κι έτσι πρόλαβα να πω ότι έχω δει ιερέα να λειτουργεί και να έχει το κινητό του πάνω στην Αγία Τράπεζα (!!!) και - με ειρωνική διάθεση - πως "πρέπει να συνηθίσουμε τη νέα πραγματικότητα", ήτοι τέλεση μυστηρίων μετά κινητού.
 Φυσικά, το πρόβλημα είναι της Διοικούσας Εκκλησίας η οποία δεν έχει πάρει από την αρχή στα σοβαρά την κατάσταση. 
Ο ποιητής Θανάσης Νιάρχος επισημαίνει σε χθεσινό του άρθρο στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ την τραγικότητα της κατάστασης με πολύ εύστοχο τρόπο: "...στην ίδια εκκλησία, το βράδυ της Μεγάλης Πέµπτης, ακούστηκαν µέσα σε µιάµιση ώρα δέκα το λιγότερο κινητά, ενώ οι κάτοχοί τους, σαν να βρίσκονταν σε χώρο εµποροπανήγυρης, χαµηλόφωνα ή µεγαλόφωνα, µίλησαν κανονικότατα. 
Αν οι ίδιοι οι λειτουργοί δεν είχαν απαξιώσει τον χώρο της Εκκλησίας, κατά έναν µυστηριώδη αλλά και ευεξήγητο ταυτόχρονα τρόπο κανένα κινητό δεν θα είχε ακουστεί".
Από την μαρτυρία αυτή του Θανάση Νιάρχου αντιλαμβάνεται ο καθείς πως η ποιμαίνουσα Εκκλησία αδυνατεί να παιδαγωγήσει το ποίμνιό της. Και πώς να γίνει αυτό, αφού η ίδια υπολείπεται τραγικά απ' αυτό που πρέπει να είναι;
Για την ιστορία θα σημειώσω δύο τινα, άκρως ενδεικτικά:
- Αν κατά τη διάρκεια των Πανελλαδικών Εξετάσεων χτυπήσει απλώς κινητό μαθητού (δεν συζητούμε να μιλήσει!), ο οποίος ξέχασε να το απενεργοποιήσει μηδενίζεται αυτόματα το γραπτό του. Έχει συμβεί αυτό και ο εξεταζόμενος προσέφυγε στην δικαιοσύνη ζητώντας να βαθμολογηθεί το γραπτό του μέχρι τη στιγμή που χτύπησε το κινητό του.
- Σε όλες τις συναυλίες και τις σοβαρές εκδηλώσεις εφιστάται η προσοχή του κοινού στην απενεργοποίηση του κινητού.
Τα ανάλογα παραδείγματα είναι πολλά. Στην Εκκλησία έχει ληφθεί έστω και ένα μέτρο για να αποφεύγεται και από τους πιστούς - για τους ιερείς δεν το συζητάμε - η χρήση κινητού που συντελεί αναμφίβολα στην αποϊεροποίηση των μυστηρίων και των ακολουθιών;
Στη συνέχεια παραθέτω το χθεσινό άρθρο του Θανάση Νιάρχου, για να δείτε αγαπητοί συνοδίτες, πως ευτυχώς θεολογούν οι ποιητές όταν οι ποιμένες ή οι θεολόγοι σιωπούν...

Η ασεβής Εκκλησία

Θανάση Θ. Νιάρχου

Σαφέστατα δεν εννοούµε την Εκκλησία ως Σώµα Χριστού, αλλά το κοµµάτι της που ονοµάζεται ιερείς, µητροπολίτες, ιεράρχες. Μεγάλη Πέµπτη βράδυ, στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής της οδού Ακαδηµίας, στις εννέα παρά δέκα ακριβώς, µετά το «Ο εν ύδασι την γην κρεµάσας». Ενας ιερέας στην Ωραία Πύλη µιλάει µε ήρεµο στόµφο και λέει πως θα περιέλθει δίσκος ώστε µε τα χρήµατα που θα συγκεντρωθούν να ενισχυθεί η Εκκλησία των Ιεροσολύµων. Προσθέτει µάλιστα πως ο Χριστός δεν µας κατέλιπεν οτιδήποτε το υλικό, παρά µόνον τον Σταυρό του Μαρτυρίου του, ώστε χρειάζεται το σχετικό κενό να το γεµίσουν οι σηµερινοί πιστοί. Θα ήθελε να ρωτήσει κάποιος τον ιερέα ή, ακριβέστερα, την Ιεραρχία που µε δική της αναµφισβήτητα απόφαση ακούστηκε µετά το «Ο εν ύδασι την γην κρεµάσας» ο δεκάρικος για τη συγκέντρωση των χρηµάτων: Ποιος µπορεί πια να λογαριάζεται τόσο αφελής ώστε να αδυνατεί να σκεφθεί το στοιχειώδες, ότι δηλαδή για να µη µας έχει κληροδοτήσει τίποτε το υλικόν ο Χριστός σηµαίνει πως δεν αναγνώριζε την ελαχιστότερη αξία σε οτιδήποτε υλικόν. Με συνέπεια οι επίσηµοι απολογητές του, αντί να τον τιµούν, να τον παραµορφώνουν, αν δεν τον εξευτελίζουν κιόλας. Στον βαθµό βέβαια που µπορεί να εξευτελιστεί ένα σύµβολο που παραµένει αναλλοίω το και απρόσβλητο, αιώνες τώρα, παρά τις προσβολές και τις επιθέσεις που έχει δεχτεί και εξακολουθεί να δέχεται. Επειτα κάθε αγωνιών χριστιανός δεν γίνεται να µη ρωτήσει κάθε ιερωµένο που θα συναντούσε στον δρόµο του: Πόσο, επιτέλους, πιο ακριβά θα µπορούσε να έχει πουληθεί µέσα στους αιώνες ένα κοµµάτι ξύλου που αντιγράφει τον Σταυρό του Μαρτυρίου και που αν γίνεται να αποκτήσει αξία, δεν θα έπρεπε να είναι γιατί ασίγαστος παραµένει σε όλους ο φόβος του θανάτου, ώστε να προστρέχουν σ’ αυτόν ως έσχατη ελπίδα σωτηρίας, αλλά γιατί η Εκκλησία µε τα έργα της κάνει πιθανή την ύπαρξη του θαύµατος.
Οποιοσδήποτε προσέρχεται σε µιαν εκκλησία, περιστασιακά ή κατ’ εξακολούθηση, το κάνει µε το αίσθηµα πως ο συγκεκριµένος χώρος τού χρειάζεται για να ακουµπήσει και να εκφράσει ό,τι πολυτιµότερο νιώθει να υπάρχει µέσα του.
Δεν έχει κανείς το δικαίωµα (αντίθετα θα έπρεπε να λογαριάζεται απεχθέστατος) να τον κάνει να αισθάνεται πως χρειάζεται να πληρώσει προκειµένου να εκφραστεί ή έστω να συγκεντρωθεί στον εαυτό του. Αν η Εκκλησία υποβιβάζει την ανάγκη της επαφής µαζί της σε µια δοσοληψία αντίστοιχη µε κείνη της Εφορίας, που αν δεν πληρώσει κάποιος κινδυνεύει να πάει φυλακή, τότε δεν συντρέχει λόγος να υφίσταται η Εκκλησία. Ή, µάλλον, φαίνεται πως για τη συνείδηση ενός µεγάλου µέρους του κόσµου έχει καταργηθεί, αφού στην ίδια εκκλησία, το βράδυ της Μεγάλης Πέµπτης, ακούστηκαν µέσα σε µιάµιση ώρα δέκα το λιγότερο κινητά, ενώ οι κάτοχοί τους, σαν να βρίσκονταν σε χώρο εµποροπανήγυρης, χαµηλόφωνα ή µεγαλόφωνα, µίλησαν κανονικότατα. Αν οι ίδιοι οι λειτουργοί δεν είχαν απαξιώσει τον χώρο της Εκκλησίας, κατά έναν µυστηριώδη αλλά και ευεξήγητο ταυτόχρονα τρόπο κανένα κινητό δεν θα είχε ακουστεί.
Έχουµε κατ’ επανάληψη οµολογήσει πόσο σπουδαίοι είναι οι στίχοι της Κικής Δηµουλά που γράφει, καθώς το αδιαχώρητο στις εκκλησίες το βράδυ της Μεγάλης Πέµπτης δεν της επιτρέπει να πλησιάσει τον Εσταυρωµένο: 
«Δεν πειράζει. / Θα µάθω το τετέλεσται / από άλλη πηγή. / Πιο θετική». 
 Δεν θα ‘πρεπε όµως να λογαριάζονται οι στίχοι αυτοί περισσότερο ως υπονόµευση ενός θρησκευτικού αισθήµατος παρά ως η µοναδική οδός σωτηρίας που µας έχει αποµείνει;

§ Ο Θανάσης Θ. Νιάρχος είναι ποιητής, συνεκδότης του περιοδικού «Η Λέξη». 
πηγή:
απο το πολύ καλό ιστολόγιο 
του αγαπητού κ.Παναγιώτη Ανδριόπουλου
"Ιδιωτική Οδός"