Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

Αντί άλλων ευχών

«…Γλυκύτατε Ιησού, ηξεύρω εγώ, πως η αγάπη σου είναι ένα πέλαγος ανεξάντλητον, όπου δεν έχει όριον. Μεγάλη αληθινά είναι η αχαριστία μας, πλην βάσταξε ακόμη ολίγον με εκείνην την συνηθισμένην υπομονήν με την οποία εβάσταξες τον Σταυρόν. Μακροθύμησον και δος μοι θέλημα να ειπώ δια τούτους τους Χριστιανούς ένα λόγον του συμπαθεστάτου σου στόματος: «άφες αυτοίς». Δος συγχώρησιν εις ιερείς και λαϊκούς, συγχώρησιν εις όλους τους αμαρτωλούς. Αν εως τώρα σου εσταθήκαμε εχθροί, πάλιν με την χάριν σου γινόμεσθεν φίλοι και με ταύτην την ελπίδα ασπαζόμενοι τους αχράντους σου πόδας. Σε παρακαλούμεν, όταν κατέβεις από τον Σταυρόν, να έλθεις να προσηλωθείς μέσα εις την καρδίαν μας, δια να είσαι αχώριστος από εμάς και εδώ εις την γην και εις την Ουράνιον Βασιλείαν. Αμήν» («Διδαχαί και Λόγοι», Ηλία Μηνιάτη)

Ο Διευθυντής και οι συνεργάτες του Ρ/Σ «Ο ΠΑΤΡΟΚΟΣΜΑΣ 106,3 FM»

Η γόνιμη σιγή

Του Χρηστου Γιανναρα
Θα ήταν εξαιρετικά ελπιδοφόρο, αν σιγούσε τη Μεγάλη Εβδομάδα κάθε παρέμβλητος στη λατρεία λόγος. Ούτε κηρύγματα, ούτε εόρτιες εγκύκλιοι, ούτε επεξηγήσεις και διδακτικοί σχολιασμοί των τελουμένων. Να γινόταν σεβαστή η λατρευτική δραματουργία ακέραια στη σημαντική δυναμική της.
Για να σιγήσει γόνιμα ο λόγος, πρέπει να έχουν εμπεδωθεί κριτήρια καίριων διακρίσεων: Να μπορούμε να ξεχωρίσουμε τις νοητικές βεβαιότητες από τις εμπειρικές ψηλαφήσεις. Την ψυχολογική αυθυποβολή από την κοινωνούμενη εμπιστοσύνη. Την ατομοκεντρική «συγκίνηση» από την κατανυκτική αυθυπέρβαση. Τη γλώσσα της ελπίδας από τη γλώσσα της προπαγάνδας.
Τέτοιες διακρίσεις δεν διδάσκονται, σπουδάζονται στην πράξη. Οταν λειτουργεί το εκκλησιαστικό γεγονός, σου φανερώνει τη διαφορά της εκκλησίας από τη θρησκεία. Και στη φανερώνει με τρόπους συγκεκριμένους, απτούς: Με την αρχιτεκτονική μορφή, τη ζωγραφική τεχνοτροπία, το είδος του μέλους, την παραστατική δραματουργία. Καταλαβαίνεις, χωρίς νοητικές αναλύσεις, πως ό,τι αποβλέπει στον εντυπωσιασμό, στην ψυχολογική υποβολή, στην ατομοκεντρική «πνευματική» τέρψη είναι άσχετο με την εκκλησία, είναι μόνο θρησκεία (γεγονός εγκλωβισμένο στις ανάγκες της φύσης του ανθρώπου). Καταλαβαίνεις, χωρίς αισθητικές προτεραιότητες, ότι το ηλεκτρικό καντήλι είναι ψευτιά, τα ηλεκτρικά κεριά (σε μανουάλια και πολυελαίους) είναι απάτη για εντυπωσιασμό, η υστερική μεγαφωνία είναι λογική της προπαγάνδας.
Οταν λειτουργεί το εκκλησιαστικό γεγονός, διαπιστώνεις αμέσως ότι μετέχεις στη συγκρότησή του, δεν είσαι θεατής και ακροατής. Μετέχεις στις σχέσεις που το καθιστούν γεγονός, γι' αυτό και ό,τι δεν συγκροτεί σχέση και κοινωνία σχέσεων (ό,τι απευθύνεται στο άτομο, ευφραίνει, συγκινεί, διδάσκει, ηθικοποιεί το άτομο) αποκλείεται από το εκκλησιαστικό γεγονός. Ο,τι είναι ατομικό ανήκει στη θρησκευτική σφαίρα, ψευτοπαρηγορεί τον θάνατο. Εκκλησιαστικό γεγονός είναι το κερί, το λάδι, τα χρώματα, η μουσική, ακόμα και το κάθισμα (το «στασίδι») όταν συγκροτούν σχέση: δηλαδή αναφορά, ευχαριστία (όπως λειτουργεί ως αναφορά και ευχαριστία και το ευτελέστερο αντικείμενο όταν ζωντανεύει δεσμό ερωτικό).
Σε μια θρησκευτική τελετουργία πηγαίνουμε για να εξευμενίσουμε το υπερβατικό, να προσευχηθούμε σε αυτό, να εξασφαλίσουμε με τη λατρεία μας ατομική αξιομισθία. Το εκκλησιαστικό γεγονός το συγκροτούμε ψάχνοντας έναν τρόπο χρήσης των υλικών πραγμάτων ικανό να ανταποκριθεί στο κάλλος και στη σοφία των υλικών δωρημάτων που συνιστούν και συντηρούν την ύπαρξή μας - τρόπο ικανό να ανταποκριθεί στον έρωτα «μανικού εραστή»και Νυμφίου. Στον τρόπο που φτιάχνεται ένα «στασίδι»στην τεχνοτροπία μιας εκκλησιαστικής εικόνας, στο καντήλι με το λάδι και στο αναμμένο κερί, σπουδάζουμε το πώς η ύλη του κόσμου μπορεί να γίνει αντιχάρισμα στην αγάπη που μας δωρίζεται με την υλική μας υπόσταση και τη συντήρησή της.
Η θρησκευτική τελετουργία είναι μετάβαση σε άλλο γένος: Εκεί προέχει η ατομική μας ανάγκη, όχι το άθλημα της σχέσης. Γι' αυτό και δεν χρειάζεται εικόνες η θρησκευτική τελετουργία, θέλει συναίσθημα και διδακτισμό, άρα νατουραλίστικη ζωγραφική, ξανθωπούς Χριστούληδες και γλυκερές μαντόνες. Θέλει ψυχαναγκαστικό εντυπωσιασμό, επομένως θηριώδη μεγάφωνα, διακοσμητικούς φωτισμούς, ψεύτικα λουλούδια, ψεύτικα καντήλια, ψεύτικα κεριά.
Θέλει και θέσεις καθημένων, πολλές θέσεις, όπως σε κάθε οργανωμένο θέαμα και ακρόαμα. Θέλει και κήρυγμα: η ποίηση της υμνολογίας δεν αρκεί, η μεθεκτική δραματουργία δεν ενδιαφέρει, η εμπειρική θεολογία των κειμένων δεν κατανοείται. Χρειάζεται λόγο προπαγανδιστικό πεποιθήσεων, λόγο ενθουσιαστικού ψυχολογισμού, εξουσιαστικού κύρους επιχειρημάτων, αποδείξεων.
Διερωτάται εύλογα κανείς, αν είναι ίδιος ο δικός μας σημερινός χριστιανισμός με τον χριστιανισμό που σαρκώνεται στις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, τον χριστιανισμό της τέχνης των Εικόνων, των χειροποίητων θόλων και ημιθολίων, της λειτουργικής δραματουργίας. Εκείνος ο άλλοτε χριστιανισμός μιλούσε για την άγνοια που είναι γνώση, για την απόγνωση που γίνεται σχέση, για τη σιωπή που λογοποιεί την αποκάλυψη. Πείθει ότι ήταν ζωντανό, ενεργό γεγονός εκείνος ο χριστιανισμός γιατί παρήγε τέχνη, εκπληκτικά μορφώματα πολιτισμού.
Ο δικός μας σημερινός χριστιανισμός δεν παράγει τέχνη, δεν πλαστουργεί πολιτισμό - δεν δίνει σημάδια ζωής. Αντίθετα, συμβιβάζεται με έναν απαρόμοιαστο αισθητικό εκβαρβαρισμό, με την αποθέωση του «κιτς». Και παράγει λόγο, λόγο καταιγιστικό: Κηρύγματα, «ποιμαντικές» εγκυκλίους ακατάσχετη έντυπη φλυαρία, ραδιοφωνικό προπαγανδισμό - τρέφει τη διάνοια με ταχυπετή αναίδεια. Γιατί ο σημερινός «χριστιανικός» λόγος κομίζει σιγουριά, ξέρει τα πάντα για το άγνωστο, το απερινόητο, το ακατάληπτο. Ξέρει λεπτομέρειες, έχει για όλα πληροφόρηση. Ετσι εξασφαλίζει και το κύρος για να κατευθύνει κάθε πρακτική πτυχή και του ενθάδε βίου, να ποδηγετεί πλήθη ανθρώπων που φοβούνται την ευθύνη της ενηλικίωσης.
* * *
Για να σιγήσει τη Μεγάλη Εβδομάδα ο παρέμβλητος στην Εκκλησία θρησκευτικός λόγος, πρέπει να λειτουργήσουν κριτήρια διάκρισης του εκκλησιαστικού γεγονότος από τη φυσική ανάγκη για θρησκεία. Γενιές Ελλήνων έρχονται στη ζωή και φεύγουν από τη ζωή δίχως να αξιωθούν να δουν αυτήν τη διάκριση ένσαρκη στον λειτουργικό χώρο. Να δουν να λειτουργεί στις εκκλησιές η εγρήγορση που ξεχωρίζει την παραμυθία από την προπαγάνδα.

Άρθρα Μ. Εβδομάδος και Ανάστασης από τα «Ενοριακά Νέα» και τον διαδικτυακό τόπο της Εκκλησίας της Ελλάδος

Πατήστε εδώ και εδώ

«Όσο μεγάλος είσαι, τόσο να ταπεινώνεσαι» (Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου)

Να σου πω πόσο μεγάλο καλό είναι η ταπεινοφροσύνη και πόσο κακό η υπερηφάνεια; Ένας αμαρτωλός νίκησε ένα δίκαιο, ο τελώνης τον Φαρισαίο, και τα λόγια νίκησαν τα έργα. Πώς νίκησαν τα λόγια; Ο τελώνης λέγει: «Ο Θεός, λυπήσου με τον αμαρτωλό» (Λουκ. 18,13). Ο Φαρισαίος λέγει: «Δεν είμαι όπως ακριβώς οι άλλοι άνθρωποι...». Αλλά τι: «Νηστεύω δυο φορές την εβδομάδα, δίνω στο ναό το ένα δέκατο από όλα τα εισοδήματά μου» (Λουκ. 18, 11-12). Ο Φαρισαίος παρουσίασε έργα δικαιοσύνης, ο τελώνης είπε λόγια ταπεινοφροσύνης και τα λόγια νίκησαν τα έργα και ο τόσο μεγάλος θησαυρός εξανεμίσθηκε και η τόσο μεγάλη φτώχεια μεταβλήθηκε σε πλούτο.
Ήρθαν δύο πλοία που είχαν φορτίο, μπήκαν και τα δύο στο λιμάνι, αλλά ο τελώνης άρραξε καλά στο λιμάνι, ενώ ο Φαρισαίος έπαθε ναυάγιο.
Είσαι δίκαιος; Να μην ταπεινώνεις τον αδελφό σου. Έχεις άφθονα κατορθώματα; Να μη χλευάζεις τον πλησίον σου και μειώνεις το εγκώμιό σου. Και να προσέχεις τα λόγιά σου, αγαπητέ μου.
Περισσότερο οφείλει ο δίκαιος να φοβάται την υπερηφάνεια, παρά ο αμαρτωλός. Αυτό το είπα και χθες, το λέω και σήμερα για εκείνους που έλειπαν χθες. Διότι ο αμαρτωλός αναγκαστικά έχει τη συνείδησή του ταπεινή, ενώ ο δίκαιος καυχιέται για τα κατορθώματά του. Όπως, ακριβώς, και στα πλοία, εκείνα που έχουν άδειο πλοίο, δεν φοβούνται την επίθεση των πειρατών, διότι δεν έρχονται να διαρρήξουν το πλοίο που δεν έχει τίποτα, ενώ εκείνοι που έχουν πλοίο που δεν έχει τίποτα, ενώ εκείνοι που έχουν πλοίο γεμάτο με φορτίο, φοβούνται τους πειρατές. Διότι ο πειρατής πηγαίνει εκεί που υπάρχει χρυσάφι, όπου υπάρχει ασήμι, όπου υπάρχουν πολύτιμα πετράδια. Έτσι και ο διάβολος, δεν απειλεί εύκολα τον αμαρτωλό, αλλά τον δίκαιο, όπου υπάρχει πλούτος πολύς. Επειδή πολλές φορές η υπερηφάνεια προέρχεται από την εχθρότητα του διαβόλου, είναι απαραίτητο να είμαστε προσεκτικοί.
Όσο μεγάλος είσαι, τόσο πιο πολύ να ταπεινώνεις τον εαυτό σου. Όταν ανεβείς ψηλά, έχεις ανάγκη να ασφαλισθείς να μη πέσεις. Γι’ αυτό και ο Κύριος μας λέγει: «Όταν κάνετε όλα όσα διαταχθήκατε να λέτε ότι είμαστε άχρηστοι δούλοι» (Λουκ. 17, 18). Γιατί υπερηφανεύεσαι αφού είσαι άνθρωπος, συγγενής της γης, ομοούσιος με τη στάχτη, και στη φύση και στη γνώμη και στη προαίρεση των πραγμάτων; Σήμερα είσαι πλούσιος, αύριο φτωχός, σήμερα υγιής, αύριον άρρωστος, σήμερα χαρούμενος, αύριο λυπημένος, σήμερα σε δόξα, αύριο σε ατιμία, σήμερα νέος, αύριο γέρος. Μήπως στέκεται τίποτα από τα ανθρώπινα σταθερό; Δεν μιμείται το δρόμο των ρευμάτων των ποταμών; Μόλις, δηλαδή, φαίνεται μάς εγκαταλείπει πιο γρήγορα και από τη σκιά. Γιατί, λοιπόν, υπερηφανεύεσαι άνθρωπε, ο καπνός, η ματαιότητα; Διότι ο άνθρωπος είναι όμοιος με τη ματαιότητα. Οι μέρες του είναι σαν του χορταριού. Ξηραίνεται το χορτάρι και πέφτει το άνθος του. Αυτά τα λέω, όχι για να ξευτελίσω την ουσία, αλλά να χαλιναγωγήσω την υπερηφάνεια. Διότι πράγματι ο άνθρωπος είναι κάτι μεγάλο και μάλιστα ο σπλαχνικός άνθρωπος.

Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Η Έξοδος του Μεσολογγίου

Του Κ. Χολέβα

Αξίζει να επισκέπτεται κάποιος συχνά το Μεσολόγγι. Την "Ιεράν Πολιν Μεσολογγίου" όπως 'εχει καταγραφεί όχι μόνο στις επίσημες αποφάσεις τας Ελληνικής Πολιτείας, αλλά και στην καρδιά όλων την Ελλήνων και Φιλελλήνων. Ειδικά αυτές τις ημέρες του Απριλίου, όταν η χαρμολύπη κυριαρχεί στις εκκλησιαστικές μας Ακολουθίες και όταν προετοιμαζόμαστε να τιμήσουμε τα Πάθη και την Ανάσταση του Θεανθρώπου! Αξίζει να επισκέπτεται κάποιος το Μεσολόγγι και να θυμάται την ηρωική Έξοδο την Ελευθέρων Πολιορκημένων πού έγινε μετά τα μεσάνυκτα του Σαββάτου του Λαζάρου, ξημερώνοντας η Κυριακή των Βαΐων του 1826. Αξίζει να ξαναδιαβάζουμε την ιστορία του Μεσολογγίου με τις δύο πολιορκίες και με την θαυμαστή αντίσταση των αγωνιστών και των αμάχων. Αξίζει να ξαναμελετούμε το εξαίσιο ποίημα του Διονυσίου Σολωμού , τούς «Ελεύθερους Πολορκημένους», το οποίο έμεινε ανολοκλήρωτο παρά τα τρία σχεδιάσματα πού ξέρουμε.
«Δεν τούς βαραίνει ο πόλεμος, μα έγινε πνοή τους»!
"Κάθε ελεύθερος άνθρωπος είναι δημότης του Μεσολογγίου", γράφει πολύ σωστά η ειδική πινακίδα πού έχει τοποθετήσει ο Δήμος στην είσοδο της Ιεράς Πόλεως. Τα μηνύματα και τα διδάγματα από το ήθος και τον αγώνα των πολιορκημένων είναι πανανθρώπινα. Όπως Οικουμενική είναι η διάσταση της Ιστορίας μας, της Ελληνορθοδόξου παραδόσεώς μας, διότι πανανθρώπινες αξίες ενέπνευσαν τις μεγαλύτερες στιγμές του Ελληνισμού. Στο πολιορκημένο Μεσολόγγι του 1825 - 1826 συγκεντρώνονται γενναίοι και γενναίες όχι μόνο από την πόλη και τις γύρω περιοχές. Εκπροσωπούνται οι Σουλιώτες με τον Νότη Μπότσαρη και πολλούς άλλους, οι Θεσσαλοί με τον Επίσκοπο και Εθνομάρτυρα Ρωγών Ιωσήφ, οι Μακεδόνες με τον αγωνιστή και ιστοριογράφο Νικόλαο Κασομούλη και με ένα από τα πολλά παιδιά του Σερραίου Εμμανουήλ Παπά. Οι νησιώτες με τον Μιαούλη και τον στόλο προσπαθούν να βοηθήσουν από την θάλασσα, άλλοτε το καταφέρνουν, άλλοτε όχι. Οι Επτανήσιοι μας χάρισαν τον Σολωμό, τον ποιητή πού κατέστησε κτήμα ες αεί για κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο τα μηνύματα του Μεσολογγίου. Και οι Φιλέλληνες ήσάν εκεί. Στην πρώτη φάση της πολιορκίας με τον Λόρδο Βύρωνα , A οποίος πέθανε το 1824. Στην δεύτερη φάση έχουν λαμπρό εκπρόσωπο τον Ιωάννη Ιάκωβο Μάγερ, τον Ελβετό τυπογράφο και δημοσιογράφο, A οποίος εξέδιδε τα «Ελληνικά Χρονικά» και διέσωσε για τούς μεταγενεστέρους πολλές λεπτομέρειες από την πολιορκία.
Στον αγώνα και στην αγωνιά πριν από την Έξοδο ήταν παρούσες όλες οι ηλικίες. Αι γενεαί πάσαι. Άνδρες και γυναίκες μάχονται με τον δικό τους τρόπο ο καθένας. ακόμη και οι έφηβοι. Τον γυναικείο ηρωισμό εκπροσωπεί η Τασούλα Γυφτογιάννη. Τούς προχωρημένους στην ηλικία εκπροσωπεί ο Χρήστος Καψάλης πού ανατινάχθηκε ηρωικά , Όπως έκανε μετά από λίγο και A Επίσκοπος. Την ώριμη νεότητα αντιπροσωπεύει επαξίως ο μόλις 26 ετών πρόκριτος Θανάσης Ραζηκότσικας. Και η γενιά των δεκαπεντάχρονων με επικεφαλής τον Νταή Γορίλα οδηγεί τα πριάρια (πλοιάρια) στην λιμνοθάλασσα και μεταφέρει Άνδρες και εφόδια στους υπερασπιστές των μικρών νησιών . Απέναντι τους ο στρατός του Κιουταχή και του Ιμπραήμ και ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος.
Ο ορθόδοξος κλήρος, πάντα πρωτοπόρος στις εθνικές επάλξεις, ήταν εκεί, με τον Επίσκοπο Ιωσήφ, τούς ιερείς, τούς μοναχούς. Βοηθός του Μητροπολίτου Άρτης Πορφυρίου, ο Ιωσήφ έφερε τον τίτλο του Επισκόπου Ρωγών και Κοζύλης, από μία παλαιά επισκοπή στην περιοχή της Πρέβεζας. Ο Επίσκοπος συνέταξε την απόφαση και το σχέδιο της Εξόδου, μαζί με τούς προκρίτους και τούς οπλαρχηγούς και το υπαγόρευσε Στον λόγιο Κοζανίτη Νικόλαο Κασομούλη. Από αυτόν έχουμε και την καλύτερη περιγραφή της Εξόδου Στο τρίτομο έργο του Ενθυμήματα Στρατιωτικά. Λίγες ώρες πριν από την Έξοδο, ο Επίσκοπος μεταδίδει την Θεία Κοινωνία σε όλους μικρούς και μεγάλους πολεμιστές και γυναικόπαιδα. Η Ορθόδοξη Πίστη στήριξε και χαλύβδωσε το φρόνημα των πολιορκημένων και τούς ενεφύσησε ελπίδα και αγωνιστικότητα. Η Έξοδος του Μεσολογγίου είναι η αποκρυστάλλωση των αξιών της ελληνορθόδοξου παραδόσεως. Αυτή η παράδοση μας κράτησε όρθιους μέχρι σήμερα παρά τις πτώσεις, τις αλώσεις, τις διχόνοιες. Είναι μια παράδοση πού αρδεύεται από την συνέχεια και την διαχρονική πορεία του Ελληνισμού, από τον Όμηρο μέχρι τον Κυπριακό Αγώνα. Συνδυάζει ό,τι ηρωικό γέννησε αυτός ο λαός με την Πίστη Στον Χριστό και με την προσευχή προς την Υπέρμαχο Στρατηγό. Είναι μία παράδοση πού διαλαλεί εις το διηνεκές ότι οι ελεύθεροι άνθρωποι δεν παραδίδονται έστω και αν είναι λίγοι απέναντι σε πολλαπλάσιους αντιπάλους. Η φρουρά πέφτει μαχόμενη ή εξέρχεται ηρωικώς . Ου καταισχυνώ όπλα τα ιερά........
Επισκέπτομαι το Μεσολόγγι και αναλογίζομαι την τελευταία σύσκεψη πού έγινε Στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής κοντά Στον σημερινό Κήπο των Ηρώων. Εκεί με σταθερό χέρι, παρά την ψυχική φόρτιση, κατέγραψαν το σχέδιο: «εν ονόματι της Αγίας Τριάδος...... Θεωρούντες ότι μας εξέλιπεν κάθε ελπίς βοηθείας και προμηθείας , τόσον από την θάλασσαν καθώς και από την ξηράν ώστε να δυνηθώμεν να βαστάξωμεν, ενώ ευρισκόμεθα νικηταί του εχθρού, αποφασίσαμεν ομοφώνως: Η έξοδος μας να γίνη βράδυ εις τας δύο ώρας της νυκτός 10 Απριλίου, ημέραν Σάββατο και ξημερώνοντας των Βαΐων, κατά το εξής σχέδιον, ή έλθη ή Δεν έλθη βοήθεια......».
Το Μεσολόγγι σταυρώθηκε, αλλά αναστήθηκε. Και βροντοφωνάζει ανά τούς αιώνες ότι «Χριστός Ανέστη! Η Ελλάς Ανέστη! ».

ΠΗΓΗ: http://www.diktyo21.gr/item.asp?ReportID=642

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ Εορτασμού 183ης Επετείου της Εξόδου της Φρουράς των ΕΛEYΘEPΩN ΠOΛIOPKHMENΩN

TETAPTH 8 AΠPIΛIOY - ΙΕΡΑ ΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

19:00 μ.μ. Επετειακό πρόγραμμα «Χοροί και Τραγούδια της Εξόδου» από το Χορευτικό Τμήμα του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου.
Tρικούπειο Πολιτιστικο Kέντρο

ΠEMΠTH 9 AΠPIΛIOY - ΙΕΡΑ ΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

19:30 μ.μ. Παρουσίαση Λευκώματος για την Πατρίδα από τον κ K. Xολέβα. Ύμνος της Aγάπης από τον κ. Δ. Παπαποστόλου.
Oργάνωση: Ιερά Μητρόπολη Αιτωλίας και Aκαρνανίας - Αίθουσα πολλαπλών χρήσεων Νομαρχίας Aιτωλοακαρνανίας

ΠAPAΣKEYH 10 AΠPIΛIOY - ΙΕΡΑ ΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

Γενικός σημαιοστολισμός της Ιεράς Πόλεως.
Εορταστικές εκδηλώσεις στα Τ.Ε.Ι. - Λύκεια - Γυμνάσια και Δημοτικά Σχολεία του Δήμου Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου.
11:00 π.μ. Κατάθεση στεφάνων στον Τύμβο των Ηρώων από σπουδαστές και μαθητές.
19:00 μ.μ. Επιμνημόσυνη Δέηση στον Κήπο των Ηρώων.
Κατάθεση στεφάνων από τις Τοπικές Αρχές, Συλλόγους, Οργανώσεις και Φορείς της Ιεράς πόλεως Μεσολογγίου.
19:30 μ.μ. Αδελφοποίηση της Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου με δίκτυο ιστορικών Δήμων της χώρας.
Συμμετέχει η Χορωδία του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου της Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου.
Επετειακή χορογραφία από την Σχολή Χορού της κας Στέλλας Παπαδοπούλου.
Οργάνωση: Δήμος Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου - Τρικούπειο Πολιτιστικό Κέντρο

ΣABBATO 11 AΠPIΛIOY - ΙΕΡΑ ΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

10:00 - 10:30 π.μ. Υποδοχή Εκπροσώπων Ξένων κρατών και Εκπροσώπου της Κυβέρνησης στην αίθουσα τελετών του Μουσείου Ιστορίας & Τέχνης (Κεντρική Πλατεία).
10:15 π.μ. Απονομή τιμητικής διάκρισης στον κ. Ανδρέα Παχατουρίδη, Δήμαρχο Περιστερίου στην επίσημη αίθουσα τελετών του Δημαρχείου Μεσολογγίου.
10:45 π.μ. Επιμνημόσυνη δέηση στο Μνημείο των Φιλελλήνων στον Κήπο των Ηρώων. Kατάθεση στεφάνων.
11:00 π.μ. Καταθέσεις στεφάνων από Δημάρχους Ιστορικών Πόλεων, Συλλόγους, Φορείς και λοιπές Οργανώσεις εκτός Μεσολογγίου στον Tύμβο των Hρώων.
12:00 μ. Μεταφορά της Εικόνας της Εξόδου, του Ιερού Λαβάρου και του Τιμίου Σταυρού Αγιασμού του Επισκόπου Ιωσήφ Ρωγών,
από το Μουσείο Ιστορίας & Τέχνης στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος.

Εκκίνηση 27ου Ιστιοπλοϊκού Αγώνα Θυσίας Πατρών - Μεσολογγίου. Οργάνωση: Ιστιοπλοϊκός Όμιλος Πατρών
12:30 μ.μ. Επιμνημόσυνη δέηση στο μνημείο του Ιωάννη - Ιακώβου Μάγερ, Τιμώντας την 183η επέτειο του θανάτου του.
Κατάθεση στεφάνων από τον Εκπρόσωπο του Δήμου, της Κυβέρνησης, Πρέσβη της Ελβετίας, Εκπρόσωπο του Δήμου του Schofflisdorf,
τον Ανώτερο Διοικητή Φρουράς 2/39 Συντάγματος Ευζώνων, Νομάρχη Αιτωλοακαρνανίας και Δήμαρχο Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου.

12:45 μ.μ. Επιμνημόσυνη δέηση στον τόπο θανάτου του Λόρδου Βύρωνος, τιμώντας την 185η επέτειο του θανάτου του.
Κατάθεση στεφάνων από τον Εκπρόσωπο της Κυβέρνησης, Πρέσβη της Μεγάλης Βρετανίας, Ανώτερο Διοικητή Φρουράς 2/39 Συντάγματος Ευζώνων,
Νομάρχη Αιτωλοακαρνανίας και Δήμαρχο Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου.

13:00 μ.μ. Συνάντηση των απογόνων των Ελεύθερων Πολιορκημένων. Ομιλητής: Αναστάσης Πεπονής.
Οργάνωση: Διεθνής Αδελφότητα Μνήμης Αγωνιστών Πολιορκιών και Εξόδου του Μεσολογγίου

Αίθουσα εκδηλώσεων Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αιτωλοακαρνανίας

17:30 μ.μ. Εκκίνηση του 63ου δρόμου Θυσίας από το Ιστορικό μοναστήρι του Αγίου Συμεών.
18:30 μ.μ. Απονομή επάθλων στους νικητές του 27ου Ιστιοπλοϊκού Αγώνα Θυσίας (Αίθουσα Τελετών Μουσείου Ιστορίας & Τέχνης).
19:00 μ.μ. Μέγας Εσπερινός στο Ιερό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος, χοροστατούντος του Mακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμου
και του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ.κ. Κοσμά.

19:30 μ.μ. Πέρας προσέλευσης Επισήμων.
20:00 μ.μ. Εκκίνηση πομπής από τον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος και μετάβαση στον Κήπο των Ηρώων.
Δέηση και κατάθεση στεφάνων από την Ελληνική Κυβέρνηση, Βουλή των Ελλήνων, Ένοπλες Δυνάμεις, Σώματα Ασφαλείας, Ακαδημία Αθηνών,
εκπρόσωπο Α.Ε.Ι., Τ.Ε.Ι. Μεσολογγίου, ΤΕΔΚ Νομού Αιτωλοακαρνανίας, Νομάρχη Αιτωλοακαρνανίας, Δήμαρχοι Αδελφοποιημένων Δήμων,

Δήμαρχο Αιτωλικού και Δήμαρχο Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου.

Πανηγυρικός από τον Δήμαρχο Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου κ. Γιάννη Αναγνωστόπουλο.
Αναπαράσταση της ανατίναξης του Χρήστου Καψάλη. Συμμετέχει η χορωδία του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Ι.Π. Μεσολογγίου.
22:30 μ.μ. Δεξίωση στη Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Μεσολογγίου από τον Ανώτερο Διοικητή Φρουράς 2/39 Συντάγματος Ευζώνων. (Ιδιαίτερη Πρόσκληση)

KYPIAKH 12 AΠPIΛIOY - ΙΕΡΑ ΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

6:30 π.μ. Εωθινό, κανονιοβολισμοί και κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών της Ιεράς Πόλεως.
7:00 π.μ. Θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος.
10:40 π.μ. Άφιξη και υποδοχή του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κάρολου Παπούλια στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος.
10:45 π.μ. Δοξολογία στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος, χοροστατούντος του Mακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος
κ.κ. Ιερώνυμου και του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ.κ. Κοσμά.

11:00 π.μ. Εκκίνηση πομπής από τον Ιερό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος και μετάβαση στον Κήπο των Ηρώων.
Τρισάγιο στους Αθάνατους Νεκρούς.
Κατάθεση στεφάνου στον Τύμβο των Ηρώων από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κάρολο Παπούλια.
Πανηγυρικός από τον Εκπρόσωπο της Ελληνικής Κυβέρνησης.
Το Μοιρολόι «Να ζει το Μεσολόγγι» από την Σοπράνο Ιωάννα Εμμανουήλ - Αποστολάκου, Πτυχιούχο Μονωδίας και μέλος της Χορωδίας
του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Ι.Π. Μεσολογγίου.

Συμμετέχει τμήμα της Χορωδίας, υπό τη διεύθυνση του κ. Σπύρου Χολέβα.

Βράβευση νικητών του 63ου Δρόμου Θυσίας.
14:00 μ.μ. Επίσημο γεύμα από τον Δήμαρχο Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου (Ιδιαίτερη Πρόσκληση)
18:30 μ.μ. Επιστροφή της Εικόνας της Εξόδου, με πομπή από τον Κήπο των Ηρώων στην αίθουσα τελετών του Μουσείου Ιστορίας και Τέχνης.
Υποστολή της Σημαίας στην Κεντρική Πλατεία Μάρκου Μπότσαρη.

Οδοιπορικό στη Μ. Εβδομάδα:Κυριακή Βαίων-Μεγάλη Εβδομάδα

Οδοιπορικό στη Μ. Εβδομάδα: από το Σταύρο στην Aνάσταση


Της Κλειδωνιάρη Ελευθερίας

ΚΥΡΙΑΚΗ ΒΑΪΩΝ
" Ω Σ Α Ν Ν Α ! "

"Τη αυτή ημέρα ΚΥΡΙΑΚΗ των ΒΑΪΩΝ την λαμπροφόρον και ένδοξον πανήγυριν της εις Ιερουσαλήμ εισόδου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εορτάζομεν."

Θριαμβευτική η είσοδος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα. "Μετά Βαϊων και κλάδων η υποδοχή. Ενθέρμως και ενθουσιωδώς Τον υποδέχεται ο λαός. Διθύραμβος νίκης οι ζητωκραυγές. Όντως προανάκρουσμα της νίκης κατά του Διαβόλου, του θανάτου και της φθοράς.

Η σταυρική Θυσία του Χριστού επέφερε τη λύτρωση και χάρισε την αθανασία.

" Ωσαννά ! " ο χαιρετιστήριος παιάνας στον αναμενόμενο Μεσσία, στον προσωπικό Σωτήρα. Η ανεπάρκειά μας Τον επιζητεί. Η ανελεύθερη ελευθερία μας Τον χρειάζεται.

" Ωσαννά! " με εύκολη μετατροπή σε " άρον, άρον, σταύρωσον! ". Και όμως υπάρχει η δυνατότητα της μη αναστροφής. Βρίσκεται στην αληθινή κοινωνία με τον προσωπικό Τριαδικό Θεο, στη διάβαση "δια της στενής πύλης", στη διακονία και όχι στην εξουσία, στην αγάπη και όχι στην εκμετάλλευση, στην ταπείνωση και όχι στην εγωπάθεια, στην υπεύθυνη διαχείριση της ελευθερίας και όχι στη βίωση της ασυδοσίας, στην σταυρική πορεία, που καταλήγει στη Ζωηφόρο Ανάσταση.-

Μ . Δ Ε Υ Τ Ε Ρ Α
" Ε Σ Ω Τ Ε Ρ Ι Κ Η Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α "

"Τη Αγία και Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ......... μνείαν ποιούμεθα του μακαρίουΙΩΣΗΦ του ΠΑΓΚΑΛΟΥ και της υπό του Κυρίου καταρασθείσης και ξηρανθείσης ΣΥΚΗΣ."

Ο Ιωσήφ πρότυπο ελεύθερου προσώπου. "Τον δουλωθέντα μεν τω σώματι, την ψυχήν δε αδούλωτον συντηρούντα."(Οίκος από Συναξάρι ημέρας.) Δούλος εξωτερικά, ελεύθερος εσωτερικά. Η ψυχή του έμεινε ελεύθερη. Η σκέψη του εκινείτο ελεύθερα. Η καρδιά του παρέμεινε ελεύθερο πεδίο, ελεύθερη από πάθη και παντοειδείς αμαρτίες. Με το βλέμμα εστραμμένο στον Θεο έδωσε τη μάχη της αγνότητας και εξήλθε νικητής και τροπαιούχος. Αντιστάθηκε στις ηδονικές προκλήσεις, στην εφήμερη χαρά και κέρδισε "στέφος άφθαρτον."

Ο Ιωσήφ υπόδειγμα εκκλησιαστικού ήθους. Κατακτητής της εσωτερικής ελευθερίας.

Κι εμείς καλούμαστε να βαδίσουμε στα ίχνη του. Η βίωση της ασκητικής ορθόδοξης προοπτικής, σε συνδυασμό με την Μυστηριακή συμμετοχικότητα, σηματοδοτεί την απαλλαγή από την φιλαυτία και τις πολύμορφες εγωκεντρικές τάσεις και την εμπέδωση της προσφοράς και της θυσίας, της ισορροπίας και της υπαρξιακής ελευθερίας.

"....μνείαν ποιούμεθα και της υπό του Κυρίου καταρασθείσης και ξηρανθείσης συκής."

Η άκαρπη συκή προκαλεί την κατάρα του Κυρίου. Η δική μας πνευματική ένδεια θα διαφύγει της οργής Του ; Ας το προσέξουμε.-

Μ . Τ Ρ Ι Τ Η
"ΤΑ Τ Α Λ Α Ν Τ Α."

"Τη Αγία και Μ. ΤΡΙΤΗ της των ΔΕΚΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ παραβολής , της εκ του ιερού Ευαγγελίου, μνείαν ποιούμεθα."

Το δοθέν σοι τάλαντον φιλοπόνως έργασαι." (Οίκος από Συναξάρι ημέρας.) Όλοι μας αποδέκτες ταλάντων. Ο Θεός Πατέρας επιδίδει αφειδώλευτα χαρίσματα σ'όλα τα παιδιά Του. Απαίτησή Του η ολοπρόθυμη αξιοποίησή τους. Η πολύτιμη δωρεά να προσφέρεται αγαπητικά στην αδελφότητα, στην κοινότητα, περιθωριοποιώντας την εγωϊστική διάθεση για μονομέρεια και αυτάρκεια. Ο απεγκλωβισμός από κενοδοξική χρήση των χαρισμάτων, από την αίσθηση της κτητικότητας, από φιλοδοξικές εκφράσεις και από ατομιστικές τάσεις, ανοίγει το δρόμο για κοινωνική συνείδηση και προσφορά, για απελευθέρωση και ορθή χρήση, για κοινωνία αγάπης με τον Θεο και τον άνθρωπο.

Η αξιοποίηση των ταλάντων, σε συνυφασμό με την καθολική εγρήγορση για κάθαρση καρδιάς, φωτισμό νου και Θεωση, με τη μνήμη του θανάτου και την ετοιμότητα, εξασφαλίζουν στον άνθρωπο την πληρότητα των "Δεκα παρθένων" και την Θεϊκή αποδοχή για εισαγωγή στον Ουράνιο Νυμφώνα.

Η αποβολή της ραθυμίας και η επαγρύπνηση, η αγωνιστικότητα και η ειλικρίνεια, αποτρεπτικοί παράγοντες των "ουαί " από το στόμα του Κυρίου. Προσοχή ! ! !

Μ . Τ Ε Τ Α Ρ Τ Η
"Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ."

"Τη Αγία και Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ της αλειψάσης τον Κυριο μύρω ΠΟΡΝΗΣ γυναικός μνείαν ποιείσθαι οι Θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν..."

Η απεγνωσμένη δια τον βίον και επεγνωσμένη δια τον τρόπον το μύρο βαστάζουσα προσήλθε σοι."( Απόστιχο Όρθρου ημέρας).

Μια αμαρτωλή γυναίκα προβάλλει στο επίκεντρο και προσφέρει τα δάκρυά της και το μύρο στον Χριστό. Απεγνωσμένη, απελπισμένη για τη ζωη της, αφού κολύμπησε στα θολά νερά της αμαρτίας.

Κι εμείς βιώνουμε την αμαρτία ποικιλότροπα , είτε πράττοντας το ίδιον θέλημα και δρώντας εγωκεντρικά, είτε παραδίδοντας τον εαυτό μας στις ηδονικές απολαύσεις, είτε περιθωριοποιώντας τον Ιησού από τη ζωη μας και περιφρονώντας Τον κατάφωρα.

Επεγνωσμένη του τρόπου και του δρόμου της σωτηρίας, η πόρνη.

Η αγάπη της προς τον Χριστό πυροδοτεί το είναι της και δείχνει την πορεία της αληθινής ελευθερίας.

Η αγάπη τροφοδοτεί την ταπείνωση, επιδεικνύει την κατανόηση, προξενεί τη μετάνοια, μηδενίζει την αυτάρκεια, προκαλεί την τόλμη, χορηγεί την συγχώρεση και εξασφαλίζει την άφεση.

Η αγάπη την οδηγεί προσπίπτουσα στον Λυτρωτή και αναζητούσα ένα νέο ξεκίνημα. Η κίνησή της είναι σωστική, εφ' όσον με τη βίωση της αγάπης, την κοινωνία με τον Χριστό, γεύεται την αληθινή ελευθερία και αναδεικνύεται πρότυπο ζωής.-

Μ. Π Ε Μ Π Τ Η
"Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗΣ."

" Τη Αγία και Μ. ΠΕΜΠΤΗ.......... εορτάζομεν τον ΙΕΡΟΝ ΝΙΠΤΗΡΑ, τον ΜΥΣΤΙΚΟΝ ΔΕΙΠΝΟΝ.., την υπερφυά ΠΡΟΣΕΥΧΗΝ και την ΠΡΟΔΟΣΙΑΝ...."

Ο λίμνας και πηγάς και θαλάσσας ποιήσας ταπείνωσιν εκπαιδεύων αρίστην, λεντίω ζωννύμενος μαθητών πόδας ένιψε, ταπεινούμενος υπερβολή ευσπλαχνίας." (Καθισμα Όρθρου).

Ο Δημιουργός του κόσμου ταπεινώνεται καθ' υπερβολή ευσπλαχνίας και προτυπεί την οδό της ταπείνωσης.

Η ταπείνωση συνεπάγεται την υπακοή στο θέλημα του Θεού, την επίγνωση της αμαρτωλότητας, τη βίωση της μηδενικής αυτοσυνειδησίας, την ανοχή, την προσφορά, την θυσία τη διακονία, τη συγχώρεση και των εχθρών.

Η ταπείνωση, ως τρόπος έκφρασης της χωρίς όρια αγάπης, οδηγεί στην αληθινή ελευθερία.

Η κοινωνία με τον Χριστό και η ενεργός συμμετοχή στο δείπνο της αγάπης, που ο Κυριος παραθέτει, μας αναδεικνύει σύσσωμους και σύναιμους Χριστού, εκφραστές της αγάπης, κατά το πρότυπο.

Η εκτενής προσευχή, η επικοινωνιακή σχέση του Υιού με τον Θεο Πατέρα, αλλά και η υπακοή σ' Εκείνον εμπεριέχει αγάπη, ταπείνωση, ελευθερία.

Η διακοπή λειτουργίας του δίαυλου, επιφέρει την αποκοπή από τον Θεο, την ανακοπή της αγαπητικής σχέσης, την προδοσία.

"Ταπείνωση, αγάπη, ελευθερία, προσευχητική κοινωνία." : Τα μηνύματα της Αγίας και Μ. Πεμπτης.-

Μ. Π Α Ρ Α Σ Κ Ε Υ Η
"Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ"

"Τη Αγία και Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ τα ΑΓΙΑ και σωτήρια και φρικτά Παθη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού επιτελούμεν " τούς εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τούς γέλωτας, την πορφυράν χλαίναν, τον τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τούς ήλους, την λόγχην και προ πάντων τον Σταυρόν και τον θάνατον, α δι' ημάς εκών κατεδέξατο " έτι δε και την του ευγνώμονος ληστού, του συσταυρωθέ- ντος αυτώ, σωτήριον εν τω σταυρώ ομολογίαν."

Εσταυρώθης δι' εμέ, ίνα εμοί πηγάσης την άφεσιν" εκεντήθης την πλευράν, ίνα κρουνούς ζωής αναβλύσης μοι."(Μακαρισμοί μετά έξοδον Εσταυρωμένου.)

Ο Κυριος προσφέρεται, μαστιγώνεται, καθυβρίζεται, σταυρώνεται, για να προσφέρει σε μας τη λύτρωση. Επάνω στο λόφο του Γολγοθά απλώνεται και ενώνει στον εαυτό του τα διεστώτα, τον άνθρωπο με τον Θεο. Η Θυσία Του αναδεικνύεται πρότυπο ζωής. Η αγάπη στο επίκεντρο γίνεται ο κινητήριος μοχλός.

Η επιβίωση, ως σημείο αναφοράς των πολλών, μετατρέπεται σε ζωη νοηματοδοτημένη.Η θυσία προϋποθέτει υπέρβαση του εαυτού, κατάργηση της αυτάρκειας, άρνηση της επιβίωσης, βίωση της κοινωνικότητας, αιωνοποίηση των πράξεων και συνεπάγεται την αληθινή ελευθερία.

Η θυσία βιώνεται μέσα στον Ορθόδοξο χώρο της Εκκλησίας, περνάει από την Σταύρωση των παθών και καταλήγει στην Ανάσταση των αρετών.

Η μέθεξη στο μυστήριο του Σταυρού βιώνεται με τη μυστηριακή και ασκητική ζωη.

Η θυσία κίνηση ελεύθερη, στάση ζωής, εξασφαλίζει την πραγματική ελευθερία.-

Μ . Σ Α Β Β Α Τ Ο
"Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ Θ Α Ν Α Τ Ο."

"Τω Αγίω και Μ. ΣΑΒΒΑΤΩ, την Θεόσωμον ΤΑΦΗΝ και την εις ΑΔΟΥ ΚΑΘΟΔΟΝ του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εορτάζομεν, δι ων της φθοράς το ημέτερον γένος ανακληθέν, προς αιώνιαν ζωήν μεταβέβηκε."

Το Μ. Σαββατο βιώνομε την προσδοκία της Ανάστασης. Ο Χριστός εντός του Ταφου σωματικώς, αλλά αφθόρως και η ψυχή Του στον ’δη για κήρυγμα μετανοίας.

Ο θάνατος του Χριστού σηματοδοτεί την νίκη κατά του θανάτου.

Η κοινωνία με τον Χριστό, ο αγώνας για την κάθαρση της καρδιάς, η υπακοή στο θέλεημά Του, η βαθιά ταπείνωση, η αδέκαστη αυτομεμψία, η ασύνορη αγάπη και η πλήρης ανεξικακία σηματοδοτούν την υπέρβαση του θανάτου, την ανεκλάλητη ελευθερία σε μια ατελεύτητη αιώνια ζωη, τη βίωση της όγδοης ημέρας.

Τα δεσμά του θανάτου κατέλυσε ο θάνατος του Χριστού. Οι πιστοί ακόλουθοί Του ζουν την υπέρβαση του θανάτου και χαίρονται τη χαρά της ελευθερίας, μιας ατέρμονης ελευθερίας στη χώρα του Φωτός.-

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

"Τη Αγία και Μεγάλη ΚΥΡΙΑΚΗ του ΠΑΣΧΑ αυτήν την Ζωηφόρον ΑΝΑΣΤΑΣΙΝ εορτάζομεν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού."

Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια." (Αναστάσιμος Κανών ημέρας.)

Η Ανάσταση του Χριστού επέφερε το τελικό χτύπημα στον θάνατο, τη συντριβή του Διαβόλου, την σωτηρία του ανθρώπου.

Ο Χριστός είναι ο Θεός και με την Θυσία και Ανάστασή Του έδωσε τη δυνατότητα στον άνθρωπο να γίνει "κατά χάριν " Θεός.

Η Ανάσταση του Χριστού σηματοδότησε την ανακαίνιση όλης της δημιουργίας.

Η Ανάσταση του Ιησού σκόρπισε ελπίδα και ζωη. Ο Αναστημένος Χριστός προσωπικός μας Σωτήρας. Η προσωπική σχέση μαζί Του θα εξασφαλίσει τη δωρεά της γνήσιας ελευθερίας.

Το ανέσπερο Φως, που ανέτειλε από τον Πανάγιο Ταφο, αν επιτρέψουμε να καταυγάσει τις καρδιές μας, να πλημμυρίσει το είναι μας, θα έχουμε άγκυρα ελπίδας στη ζωη μας.

Αν είμαστε μετανοημένοι, σταυρωμένοι, ως προς τα πάθη μας, θα πανηγυρίζουμε και την ελευθερία της Ανάστασης, και θα αναφωνούμε την χαρμόσυνη ιαχή : - " Χ Ρ Ι Σ Τ Ο Σ Α Ν Ε Σ Τ Η ! " "Α Λ Η Θ Ω Σ Α Ν Ε Σ Τ Η ! " -

Άρθρο Αναγνώστη: Ελευθερία Α. Κλειδωνιάρη (Εκπαιδευτικός)

ΠΗΓΗ: http://orthodox-world.pblogs.gr

ΤΟ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Του Παναγιώτη Α. Ανδριόπουλου

Την Μεγάλη Παρασκευή ο υμνωδός, εκστατικός προ του μεγαλείου της θυσίας του Θεανθρώπου, αναφωνεί: «Ποῖα ἄσματα μέλψω τῇ σῇ ἐξόδῳ, οἰκτίρμον;» Η ποίηση και η μουσική της Μεγάλης Εβδομάδος είναι σίγουρα η κορύφωση της Ορθόδοξης Υμνογραφίας, που προσφέρει στον άνθρωπο την δυνατότητα βιώσεως της σιωπής, τη δυνατότητα βιώσεως του μυστηρίου της ανακεφαλαίωσης της σωτηρίας ανθρώπου και κόσμου, μέσα από τη λατρεία. Το «σήμερον» της θείας λατρείας, «σήμερον ὁ Χριστός παραγίνεται ἐν τῇ οἰκία τοῦ φαρισαίου», «σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου», «τήν σήμερον μυστικῶς ὁ μέγας Μωϋσῆς προδιετυποῦτο», αυτή η αμεσότητα, η παροντοποίηση των σωτηριωδών γεγονότων που συνδέονται με τα Πάθη του Χριστού, πραγματοποιείται με τα δρώμενα που προβλέπονται από το Τυπικό της Εκκλησίας - λιτάνευση της εικόνας του Νυμφίου, του Σταυρού, του Επιταφίου - αλλά κυρίως με το βασικότερο μέσον της εκκλησιαστικής μας λατρείας, τον λόγο του ύμνου, και το μουσικό ένδυμά του. Ο θεολογικός και πατερικός λόγος, γίνεται ποιητικός, γίνεται φωνή της Εκκλησίας, περιβεβλημένος, μάλιστα, το ελκυστικό ένδυμα της μελωδίας.

Η μελωδία υπάρχει για τον Λόγο, και όχι ως αυθυπόστατο καλλιτεχνικό μέσο. Σκοπός της δεν είναι η τέρψη ή η συναισθηματική διέγερση - τη Μεγάλη Εβδομάδα ιδιαίτερα ελλοχεύει ο κίνδυνος του συναισθηματισμού - αλλά η υποβοήθηση του λόγου να διεισδύσει στα βάθη της υπάρξεως, δημιουργώντας διάθεση προσευχητική, κατάνυξη και αυτομεμψία. Δεν είναι μουσική ακροάματος, αλλά λειτουργική. Διακονεί το μυστήριο του ένσαρκου Λόγου, επενδύοντας τον θεολογικό λόγο, για να μπορεί το σώμα της Εκκλησίας να «πλέκει» στον Θεό Λόγο «ἐκ λόγων μελωδίαν». Γι' αυτό και δεν βρήκαν στην Ορθόδοξη Λατρεία ποτέ θέση τα μουσικά όργανα. Στην Εκκλησία, «όργανο» γλυκύφθογγο του Αγίου Πνεύματος γίνεται ο πιστός, με την καθαρή καρδιά του. «Αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ψαλτήριον γενόμενος», όπως λέει ο Μέγας Αθανάσιος. Αλλά ούτε και άλλες νεωτερίζουσες μορφές αποδόσεως των ύμνων έχουν θέση στην Ορθόδοξη Λατρεία.

Ο κυρ-Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, εραστής της γνήσιας Βυζαντινής μουσικής, προβαίνει σε διάφορα έργα του (άρθρα, διηγήματα, «αποσπάσματα σκέψεων») στην διατύπωση καίριων παρατηρήσεων για τα μέλος της Μ. Εβδομάδος.

Στα 1893 έγραψε σε αθηναϊκή εφημερίδα για το περιώνυμο τροπάριο της Κασσιανής: "Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή…».

«…Ὅσῳ λαμπρόν καί ὑψηλόν ἀπό ἄποψιν ποιήσεως, τοσοῦτῳ περιπαθές κ' ἐν σεμνότητι εὔστροφον ὑπό ἔποψιν μέλους. Μέλος δ' ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τό Βυζαντινόν, διότι ἡ ποίησις καί ὁ ρυθμός αὐτός τοῦ τροπαρίου, ὡς καί ὅλων τῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ἔχει τονισθεῖ ὑπό ἀρχαιοτάτου μουσικοσυνθέτου, συνδυάσαντος τόν ρυθμόν τῶν στίχων μέ τοῦ μέλους τήν ἀφελῆ χάριν. Δέν χωρεῖ λοιπόν εἰς ταῦτα οὐδείς νεωτερισμός, οὐδεμία καινοτομία τετραφωνική ἤ πολυφωνία, ὡς τήν σήμερον ἀποπειρῶνται τοῦτο καινοτόμοι τινές. Δέν εἶνε δυνατόν νά τονίσῃ τις σήμερον αὐτό καλλίτερον ἤ ὁ ποιητής τοῦ τροπαρίου ὁ καί μελοποιός τυγχάνων. Ὥστε κατά τάς ἡμέρας τουλάχιστον ταύτας ἄφετε τήν μονοφωνίαν τῆς Βυζαντινῆς καί μή μιγνύετε ἐν αὐτῇ ξενισμούς, οἵτινες δέν εἶνε ἄλλο παρά αὐτόχρημα βεβήλωσις τοῦ ἀγνοῦ θρησκευτικοῦ Βυζαντινοῦ μέλους…»

Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι ίσως η σημαντικότερη περίοδος του Λειτουργικού έτους. Τα σωτηριώδη γεγονότα είναι φρικτά. Οι ύμνοι της Εκκλησίας οδηγούν τους πιστούς σε κατάνυξη και συντριβή. Γι' αυτό το μέλος πρέπει να είναι σεμνοπρεπές, λιτό, αλλά ταυτόχρονα και δυναμικό, ώστε να δεσπόζει μέσα στη λατρεία. Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλά μέλη της Μεγάλης Εβδομάδος φέρουν, στα μουσικά χειρόγραφα, την ένδειξη «μέλος ἀρχαῖον». Κι αυτό το μέλος μας πάει πολύ πίσω και μας συνδέει με ήχους κι εποχές βυζαντινές και, γιατί όχι, ίσως και πρωτοχριστιανικές, καθώς πολλά στοιχεία της αρχαίας Εκκλησίας διασώζονται μέχρι σήμερα στην Μεγάλη Εβδομάδα, όπως π.χ. τα αντίφωνα της Μεγάλης Παρασκευής.

Στηριζόμενος ο Σκιαθίτης στην εκκλησιαστική και μουσική μας παράδοση υποστηρίζει ότι σε κάθε αρχαία και σεμνή μουσική «τό μέλος ἀνάσσει, ὁ δὲ ρυθμός ὑπουργεῖ». Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει με ένθεο ζήλο την μοναδικότητα της Ακολουθίας της Μεγάλης Παρασκευής:

«…Ἀλλά μετά προσοχῆς κατόπιν παρακολουθήσατε τούς ἀπαραμίλλους τῶν μελῳδῶν ὕμνους ψαλλομένους ἐξόχως κατανυκτικά, οἵτινες καί ὡς ποίησις καί ὡς μέλος θά παραμείνωσιν ἐσαεί ἀθάνατα μνημεῖα τῆς Βυζαντίδος μούσης. Ἡ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἀκολουθία εἶνε ἡ μόνη ἥτις περιλαμβάνει τόσην ποικιλίαν τροπαρίων ἀρμονικῶς καί μετά σπανίας χάριτος ἐναλλασσομένων τῶν ὀκτὼ ἤχων, οἵτινες ὅλοι ἀπόψε ψάλλουσιν ἐκθάμβως καί ἐπηρμένως ὑπέρ τῆς Βυζαντινῆς μουσικῆς τόν πειστικώτερον τῶν ρητορικῶν λόγων. Τά λεγόμενα Ἀντίφωνα σεμνοπρεπῆ καί κατανύττοντα, ἀναφερόμενα δέ εἰς τά Πάθη τοῦ Σωτῆρος καθιστῶσι μελωδικωτάτην καί λίαν ἐπαγωγόν τήν ἀκολουθίαν ταύτην, δεξιώτατα ποικίλλοντα εἰς ρυθμούς καί ἤχους καί μεταπίπτοντα ἐν μαγευτικῇ ἀντιθέσει ἀπό τοῦ χρωματικοῦ εἰς τό διατονικόν.

Μετά τό τέλος τοῦ ἐξοχωτέρου τῶν τροπαρίων «Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου» ψάλλονται εἰς φαιδρόν ἦχον δ' οἱ Μακαρισμοί, διότι ἐν τούτοις μεγάλην χαράν αἰσθανόμενος ὁ μελωδός χαίρει ὅτι διά τῶν τοῦ Χριστοῦ παθημάτων ἐσώθη ὁ ἄνθρωπος καί μετ' εὐφροσύνης ἀνακράζει: «Ἐσταυρώθης δι' ἐμέ, ἵνα ἐμοί πηγάσης τήν ἄφεσιν, ἐλογχεύθης τήν πλευράν, ἵνα κρουνούς ἀφέσεως ἀναβλύσῃς μοι».

Οι ακολουθίες της Εκκλησίας μας, διακρίνονται για την έξαρση την κατανυκτική, αλλά και για την σεμνή μεγαλοπρέπειά τους. Οι ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδος είναι γλυκείς, χωρίς να διέπονται από οποιονδήποτε συναισθηματισμό, είναι αβίαστοι ρυθμού και μέλους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν απαιτούν την δέουσα προσοχή από τους ψάλτες, είναι περιπαθείς, χωρίς βέβαια να εξάπτουν τα γήινα πάθη, αλλά να διεγείρουν προς πόθον του Πάθους του Χριστού, είναι ποιητικότατοι, αλλά πάνω απ' όλα είναι θεόπνευστοι.

Ο Παπαδιαμάντης χαρακτηρίζει τους ύμνους του Επιταφίου ως «παθητικά ἄσματα». Ακριβώς διότι βιώνει τον λόγο του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου: «ὁ ἐμός ἔρως ἐσταύρωται». Και μαζί με τον άνθρωπο πάσχει και η φύσις «ἐν Σταυρῷ καθορῶσα τόν Κύριον». Για τον Παπαδιαμάντη την ώρα του Επιταφίου «καί ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καί μορμύρουσα παρά τόν αἰγιαλόν ἐπαναλάμβανε “οἴμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!”»

Εξαιρετικά σημαντικές είναι και οι παρατηρήσεις του Παπαδιαμάντη για τον τρόπο της εμμελούς απαγγελίας των αναγνωσμάτων από τους ιερείς και τους ψάλτες. Στο θέμα αυτό σήμερα παρατηρείται μεγάλη ακαταστασία και σύγχυση λόγω άγνοιας ή επιδειξιομανίας. Ο Παπαδιαμάντης είναι πεπεισμένος ότι διά του λογαοιδικού τρόπου της εκκλησιαστικής μουσικής «κατέστησαν γνωριμώτερα εἰς τάς ἀκοάς καί τά λόγια τῶν θείων Εὐαγγελίων, ὡς καί τοῦ Ἀποστόλου. Ὁ λογαοιδικὸς οὗτος τρόπος τῆς ἀπαγγελίας, εἶναι ἀρχαιότατος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, καὶ εἶναι γνησίως Ἑλληνικός, ὅπως φαίνεται καὶ εἰς τὰ παλαιὰ δράματα.

Ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἀπαγγελίας, διὰ τῆς παρατάσεως ὅλων μὲν τῶν συλλαβῶν, ἀλλὰ μάλιστα τῆς καταλήξεως ἑκάστης περιόδου ἢ ἑκάστου κώλου, σημαίνει καί μιμεῖται τὸ κήρυγμα, ἤτοι τὴν φωνὴν τοῦ κήρυκος, καὶ ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, “κηρύξατε τὸ Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει”.

Ἐθίζεται δὲ ν' ἀπαγγέληται ὁ μέν Ἀπόστολος μετά τινος ποικιλίας τόνων καί φθόγγων, τὸ δὲ Εὐαγγέλιον ἁπλούστερον καὶ ὅλως ἀπερίττως».

Ήδη από την εποχή του Παπαδιαμάντη εμφανίσθηκαν κάποιοι «καινοτόμοι» ιερείς, οι οποίοι «κατήργησαν αὐθαιρέτως τόν λογαοιδικὸν τρόπον καὶ ἀπαγγέλλουσιν τὰς περικοπὰς τῶν θείων ρημάτων δι' ἁπλῆς ἀναγνώσεως. Εἰς τοὺς τοιούτους ἱερεῖς πρέπει ν' ἀπαγορευθῇ ἁρμοδίως ἡ καινοτομία αὕτη».

Για τον Παπαδιαμάντη πρωτοτυπία στις τέχνες της Εκκλησιαστικής παραδόσεως, στις λειτουργικές τέχνες, σημαίνει να μένει κανείς πιστός στους πρώτους τύπους της τέχνης αυτής. Η Εκκλησία για τον Παπαδιαμάντη έχει ένα παραδεδεγμένο τύπο, τον οποίον κανείς δεν μπορεί να παραβεί «ἀποινεί», αφού «ρητῶς ἀπαγορεύεται πᾶσα καινοτομία εἴτε εἰς τὴν ἀρχιτεκτονικὴν καὶ γραφικὴν καὶ τὴν λοιπὴν τῶν ναῶν διακόσμησιν, εἴτε εἰς τὴν μουσικὴν καὶ τὴν ἄλλην λατρείαν».

Ο λόγος του κυρ-Αλέξανδρου, κατά την αρχή της Μ. Εβδομάδος, είναι πατερικός και προτρεπτικός. Και σήμερα επίκαιρος και ουσιαστικός: «…Ἀς ἀρθῶμεν ἀπό τῆς σήμερον ὑπό τῶν θείων τοῦ Νυμφίου μολπῶν ὑπέρ τό ὑλιστικόν πεδίον, ἐφ' οὗ τόν λοιπόν βιοῦμεν χρόνον, καί κατανυσσόμενοι καί ἑνοῦντες τήν φωνήν τῆς ψυχῆς μας εἰς τούς λυρικούς τῆς Ἐκκλησίας ὕμνους τού κατακηλοῦντας ἡμᾶς διά τῆς γλυκυτάτης βυζαντινῆς μούσας των, ἄς ἐνωτισθῶμεν τήν μελαγχολικήν κ' ἐμπνέουσαν ἀκολουθίαν τοῦ Νυμφίου, ἐπιλαθόμενοι τοῦ γηΐνου κόσμου καί μετά τοῦ Θεοῦ συναδελφούμενοι.

Εἰσέλθωμεν εἰς τούς ναούς καί ἴδωμεν ἄλλον κόσμον, κόσμον Οὐράνιον. Ἑνωθῶμεν τοὐλάχιστον πνευματικῶς ἐκεῖ εἰς τάς Ἐκκλησίας, γινόμενοι ὅλοι ἀδελφοί, ὅλοι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ Ἐσταυρωμένου. Ἐκεῖ πρό τοῦ θυσιαστηρίου ἄς σιγήσουν τά πάθη, καί ἄς ὁμιλήσῃ ἡ καρδία, καί ἄς ἀκουσθῇ ἡ φωνή τῆς συνειδήσεως…».

Βιβλιογραφία

1. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Άπαντα, επιμ. - κριτική έκδοση Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, Αθήνα 1988, τ Ε΄.

2. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης [Τὸ λάβαρον] ανέκδοτες παπαδιαμαντικές σελίδες από το Αρχείο Απόστολου Γ. Παπαδιαμάντη - επιμέλεια Φώτης Δημητρακόπουλος, Αθήνα 1989.

3. Ανέστη Γ. Κεσελόπουλου, Η Λειτουργική Παράδοση στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Θεσσαλονίκη 1994.

4. Η αδιάπτωτη μαγεία, Παπαδιαμάντης 1991 - ένα αφιέρωμα (Συλλογικός Τόμος), Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα 1992.

ΠΗΓΗ: ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΤΡΩΝ

Η ΑΜΑΡΤΙΑ: ΥΠΑΡΚΤΙΚΗ ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΚΑΙ ΑΣΤΟΧΙΑ

1. Η πτώση από τη ζωή στην επιβίωση

Ό,τι ονομάζουμε ήθος του ανθρώπου είναι η αναφορά στην υπαρκτική περιπέτεια της ελευθερίας του: Το ήθος φανε­ρώνει αυτό που είναι κατ' αρχήν ο άνθρωπος ως εικόνα του Θεού, δηλαδή ως πρόσωπο, αλλά και αυτό που γίνεται ο άνθρωπος μέσα από την περιπέτεια της ελευθερίας του — ύπαρξη αλλοτριωμένη ή «καθ' ομοίωσιν» του Θεού. Αυ­τή η θεώρηση του ήθους μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε το πραγματικό περιεχόμενο (περιεχόμενο ζωής και υπαρκτικής εμπειρίας) που έδωσε στην αλήθεια της πτώσης και της αμαρτίας η ορθόδοξη εκκλησιαστική εμπειρία.

Η πτώση του ανθρώπου για την ορθόδοξη εμπειρία είναι γεγονός ελεύθερης παραίτησης του από τη δυνατότητα μετοχής στην «όντως ζωή», δηλαδή στην προσωπική σχέση και αγαπητική κοινωνία — τη μόνη δυνατότητα να είναι ο άνθρωπος ως υπόσταση προσωπικής ετερότητας[1]. Έχει ως αφετηρία η πτώση την ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου να αρνηθεί την προσωπική κοινωνία με τον Θεό, να περιορι­στεί στην αυτονομία και αυτοτέλεια της φύσης του.

H βιβλική διήγηση για την πτώση αναφέρεται στην αφετηριακή εκλογή της φυσικής αυτοτέλειας των πρωτό­πλαστων ανθρώπων: «Εν η αν ημέρα φάγητε από του καρπού του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν, έσεσθε ως θεοί» (Γεν. 3. 5). Αυτή η πρόκληση προβάλλει στον άνθρωπο ως υπαρκτική δυνατότητα την αυτάρκεια και αυ­τονόμηση της φύσης του: να ορίζει η φύση από μόνη της και να εξαντλεί το γεγονός της ύπαρξης.

Αλλά μια τέτοια «θεοποίηση» της ανθρώπινης φύσης αναιρεί την ίδια την αλήθεια της, είναι ένα «υπαρκτικό ψευδός», μια πλαστή δυνατότητα ζωής. Γιατί η φύση του ανθρώπου είναι κτιστή και θνητή. Μετέχει στο Είναι —στην «όντως ζωή»— μόνο στο ποσοστό που αυθυπερβαίνεται, που υπάρχει ως γεγονός προσωπικής ετερότητας. Ο άνθρωπος είναι, συνιστά υπόσταση ζωής και υπερβαίνει τη θνητότητα και τους περιορισμούς της φύσης του, μόνο στο ποσοστό που πραγματώνει τον προσωπικό τρόπο υπάρξεως του Θεού — τον μόνο τρόπο που υποστασιάζει (κάνει υ­πόσταση) το Είναι.

Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος αντλεί τη δυνατότητα υποστατικής ταυτότητας (πέρα από χώρο, χρόνο και φυσι­κούς περιορισμούς) από την προσωπική ύπαρξη του Θεού: είναι η υπαρκτική απάντηση στην πλαστουργό κλήση του Θεού για προσωπική κοινωνία μαζί Του. Από τη στιγμή που το ανθρώπινο πρόσωπο θα αρνηθεί αυτή την κλήση και κοινωνία, δηλαδή την ιδρυτική του προϋπόθεση, από τη στιγμή που θα ζητήσει τη φυσική και υπαρκτική του αυ­τοτέλεια, αυτοαλλοτριώνεται. Δεν αναιρείται η προσωπική του ύπαρξη, γιατί είναι αυτή ακριβώς που προϋποθέτει την ελευθερία της υπαρκτικής αλλοτρίωσης. Αλλά η προσωπι­κή ανομοιότητα παύει να συγκεφαλαιώνει τις δυνατότητες της φύσης στο υπαρκτικό γεγονός της σχέσης και κοινωνίας που υπερβαίνει τη φύση και ελευθερώνει την ύπαρξη από τη φυσική αναγκαιότητα. Η προσωπική ανομοιότητα εξαν­τλείται μέσα στα όρια της φύσης ως ατομική αυτοτέλεια που αντιπαρατίθεται στις άλλες ατομικές αυτοτέλειες τε­μαχίζοντας τη φύση.

Τεμαχίζεται η φύση σε επιμέρους ατομικά θελήματα που εκφράζουν την ανάγκη και την προσπάθεια της ατομι­κής ύπαρξης να επιβιώσει ως φυσική αυτοτέλεια· ταυτίζε­ται η ύπαρξη με την ενστικτώδη, φυσική ανάγκη της αυ­τονομημένης επιβίωσης. Οι φυσικές ανάγκες της ατομικής ύπαρξης (η διατροφή, η διαιώνιση, η αυτοσυντήρηση) γί­νονται αυτοσκοπός, κυριεύουν τον άνθρωπο και καταλήγουν να είναι «πάθη», αφορμές οδύνης και έσχατου πόνου, τελικά αφορμή θανάτου.



2. Η διαιώνιση της πτώσης

Γι' αυτό ο πρώτος τεμαχισμός της φύσης είναι και οριστι­κός· η πρώτη ελεύθερη εκλογή της ατομικής αυτοτέλειας έχει τελεσίδικα διασπάσει τη φύση, έχει καταδικάσει τη θέληση των υπόλοιπων προσώπων να είναι μόνο μια ατο­μική θέληση που εκφράζει και επιβάλλει τις αναγκαιότητες της τεμαχισμένης φύσης. Η φυσική ανάγκη για την επι­βίωση της ατομικότητας αντιστρατεύεται ή και δεσμεύει την προσωπική ελευθερία και ετερότητα, που μόνο ως α­γάπη μπορεί να πραγματωθεί, πέρα από κάθε φυσικό κα­θορισμό και αναγκαιότητα. Η ελευθερία του προσώπου δεν αναιρείται, μόνο αλλοιώνεται και μεταβάλλεται σε αν­τιθετική διάσταση με τη φύση, σε αδιάκοπη διπολική αντι­θετική φορά, βιώνεται σαν τραγικός διχασμός της ανθρώ­πινης ύπαρξης: «Βλέπω έτερον νόμον εν τοις μέλεσί μου αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου και αιχμαλωτίζοντά με εν τω νόμω της αμαρτίας τω οντι εν τοις μέλεσί μου» (Ρωμ. 7, 23).

Μετά τον πρώτο τεμαχισμό η φύση αποκτά μια δυνα­μική φορά να απολυτοποιηθεί ως ατομική αυτοτέλεια. Για­τί η φύση δεν υπάρχει παρά μόνο ως προσωπική υπόσταση, και ο πρώτος άνθρωπος ταύτισε το γεγονός της ύπαρξης όχι με την προσωπική ετερότητα της φυσικής του υπόστα­σης (που πραγματώνεται ως αγαπητική κοινωνία και σχέ­ση ελεύθερη από φυσικούς προκαθορισμούς), αλλά με την επιβίωση και αυθυπαρξία της φυσικής του υπόστασης. Έ­τσι, κάθε καινούργιο ανθρώπινο πρόσωπο γεννιέται υπο­ταγμένο στην ανάγκη της ατομικής του φύσης να επιβιώσει ως υπαρκτική αυτοτέλεια· γεννιέται με την καταδίκη να είναι φορέας μιας ατομικής-φυσικής θέλησης υποταγμένης στην απολυτοποιημένη ανάγκη της επιβίωσης.

Γι' αυτό και με κάθε φυσική γέννηση πραγματώνεται εξακολουθητικά και αναπόφευκτα ο τεμαχισμός της φύσης, αφού η κάθε γέννηση είναι προσθήκη μιας ακόμα ατομικής φοράς προς την υπαρκτική αυτοτέλεια μέσα στα όρια της κοινής φύσης. Κάθε ατομικότητα διεκδικεί από τις άλλες ατομικότητες το απόλυτο δικαίωμα να υπάρχει καθεαυτήν: κυριαρχείται από φυσική-ενστικτώδη ανάγκη επιβίωσης, διαιώνισης και επιβολής, γιατί είναι αυτή (η κάθε ατομι­κότητα) που εξαντλεί τις υπαρκτικές δυνατότητες της φύ­σης.

Έτσι, αποδεικνύεται αληθινός ο τραγικός λόγος του Σαρτρ «το προπατορικό μου αμάρτημα είναι η ύπαρξη του άλλου»[2]. Ο «άλλος» είναι πάντοτε μια επιβεβαίωση του αναπόφευκτου τεμαχισμού της φύσης, κάθε «άλλος» είναι μια άμεση εμπειρική πιστοποίηση της αδυναμίας του προσώπου να αναιρέσει τη δυναμική φορά κατατεμα­χισμού της φύσης σε ατομικές αυτοτέλειες — ο «άλλος» είναι η καταδίκη μου να είμαι φορέας μιας ατομικής-φυσικής θέλησης για επιβίωση. Γιατί αυτή η θέληση δεν είναι καρπός ελευθερίας, αλλά ορμή, ένστικτο και ανάγκη, είναι η υποταγή της προσωπικής ετερότητας στη φυσική απαί­τηση επιβίωσης του είδους. Απαίτηση βασανιστική, αφού πραγματώνεται μόνο ως ανταγωνιστική αναμέτρηση με την υπαρκτική αυτοτέλεια των άλλων ατομικοτήτων.

Γι' αυτό και «οι άλλοι είναι η κόλαση», όπως λέει και πάλι ο Σαρτρ στο Κεκλεισμένων των θυρών[3]. Στη γραφί­δα του Σαρτρ η έκφραση αυτή σημαίνει φανερά ότι η κό­λαση του ανθρώπου δεν είναι μια ατομική τιμωρία που του επιβάλλεται αντικειμενικά. Το στοιχείο του κολασμού στην κόλαση του ανθρώπου είναι οι «άλλοι». Η αποτυχία της προσωπικής ύπαρξης να αποτελέσει οντολογική υπόσταση: η έκπτωσή της σε φυσική ατομικότητα, που διεκδικεί το απόλυτο δικαίωμα να υπάρχει αυτόνομα, την αντιθέτει στις ατομικές φύσεις των «άλλων». Έτσι, ο «άλλος» γίνεται η βεβαίωση της υπαρκτικής μου αποτυχίας, της αδυναμίας μου να υπερβώ τη φυσική μου θέληση, που έχει ταυτιστεί με την αυτοάμυνα του βιολογικού και ψυχολογικού εγώ. Ο «άλλος» είναι η κόλαση γιατί μου αποκαλύπτει βασανιστι­κά την τραγική καταδίκη της ατομικής μου αυτοτέλειας, την αδυναμία να υπάρξω ελεύθερος από τους φυσικούς προ­καθορισμούς αγαπώμενος και αγαπώντας.

Ο Ντοστογιέβσκυ είχε προηγηθεί του Σαρτρ στον ορι­σμό της κόλασης, μέσα από την ίδια προοπτική, αλλά με πληρέστερη διατύπωση: «Κόλαση είναι το μαρτύριο του να μην αγαπάει κανείς»[4]. Αυτός ο ορισμός σημαίνει ότι οι «άλλοι» είναι μόνο η αφορμή για τη δική μου κόλαση, ενώ η αίτια βρίσκεται στη δική μου αδυναμία σχέσης, στον δικό μου εγκλωβισμό στην εγωκεντρική αυτονομία της α­τομικότητας. Γι' αυτό και η κόλαση γίνεται πιο βασανι­στική όταν ο «άλλος» δεν είναι μια ατομικότητα σε υπαρκτική απόσταση που μηδενίζει τη δυνατότητα της σχέσης, αλλά είναι ένα Πρόσωπο, που με αγαπητική αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά με καλεί στην ύπαρξη και στην «όντως ζωή» της αγάπης, ενώ εγώ επιμένω στην ατομική μου αυτοτέλεια. Η κόλαση είναι ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου, ο αυτοεγκλωβισμός του στη βασανιστική στέρηση της ζωής, η θεληματική άρνηση κοινωνίας με τη θεία ερωτική αγαθότητα — την «όντως ζωή».



3. Υπαρκτική «μεταποίηση» της φύσης

Ο εγκλωβισμός στην ατομικότητα είναι η αποτυχία του ανθρώπου να πραγματώσει την προσωπική του ετερότητα ως ελευθερία από τη θνητή φύση. Είναι η έκπτωση του από την πληρότητα ζωής του τριαδικού τρόπου της όντως ύ­παρξης, από την προσωπική αλληλοπεριχώρηση και αγαπητική κοινωνία. Αυτή η έκπτωση είναι αμαρτία, δηλαδή αστοχία ως προς την υπαρκτική αλήθεια και γνησιότητα. Η πατερική παράδοση επιμένει σε αυτή την ερμηνεία της αμαρτίας ως αποτυχίας και αστοχίας, απώλειας του «τέ­λους», του σκοπού ή του στόχου, που είναι για την ανθρώ­πινη φύση η υπαρκτική της αυθυπέρβαση στο γεγονός της αγάπης. Γράφει χαρακτηριστικά ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «Η αποτυχία και αδυναμία το κακόν εισάγει, τη στερήσει του κατά φύσιν το παρά φύσιν ποιούσα»[5]. Και άλλου, σχολιάζοντας τον συγγραφέα των Αρεοπαγιτικών Συγγραμμάτων:



«Αμαρτίαν, τουτέστιν ατευξίαν και απόπτωσίν τινα του προσήκοντος, αυτό το της στερήσεως καλεί και άσκοπον, αντί του παρά τον σκοπόν βάλλον, εκ μεταφοράς των τοξευόντων. Του αγαθού και της κατά φύσιν κινήσεως, ήτοι τάξεως, αποτυγχάνοντες, φερόμεθα εις την παρά φύσιν άλογον και παντελά και ανούσιον ανυπαρξίαν»[6].



Οι Πατέρες της εκκλησίας αρνούνται να δουν την αμαρτία υποστατικά, σαν υπόσταση ζωής διαφορετική από τη μόνη ύπαρξη που υποστασιάζει τη ζωή και που είναι η θεία προσωπική αγαθότητα. Η αμαρτία δεν είναι μια φύ­ση, φύση κακή που υπάρχει υποστατικά σαν ένας πόλος ύπαρξης αντίθετος στή θεία ύπαρξη και ζωή της αγάπης. Δεν υπάρχει τίποτα μέσα στη δημιουργία του Θεού που να είναι υποστατικά και φυσικά κακό, ούτε αυτός ο διάβολος[7]. Η αμαρτία είναι αποτυχία, αποτυχία ως προς την ύπαρξη και τη ζωή, η αποτυχία των προσώπων να πραγματώσουν το υπαρκτικό τους «τέλος», να βεβαιώσουν και να συντη­ρήσουν τη μοναδικότητα της υπόστασης τους με την αγάπη.

Αυτή η αποτυχία των προσώπων έχει οπωσδήποτε συνέπειες στη φύση του ανθρώπου, αφού αλλοιώνει τη φύ­ση και την τεμαχίζει, μεταθέτει τις υπαρκτικές δυνατότη­τες της φύσης από την προσωπική ετερότητα και ελευθερία στην ενστικτώδη και απολυτοποιημένη ανάγκη επιβίωσης της ατομικότητας. Αλλά η υπαρκτική «μεταποίηση» της φύσης[8] δεν σημαίνει και την ουσιαστική μεταβολή της σε φύση κακή. Ο άγιος Μάξιμος, για να αποκλείσει μια τέ­τοια ερμηνεία, φτάνει να χαρακτηρίζει την πτώση της φύ­σης «αμαρτία αδιάβλητη» σε σχέση με τη διαβλητή αμαρ­τία της προαίρεσης. Γράφει:



«Φθαρείσα πρότερον του κατά φύσιν λόγου του Αδάμ η προαίρεσις, την φύσιν εαυτή συνέφθειρεν, αποθεμένη της απάθειας την χάριν, και γέγονεν αμαρτία· πρώτη μεν και ευδιάβλητος, η προς κακίαν από του αγαθού της προαιρέ­σεως έκπτωσις· δευτέρα δε δια την πρώτην, η της φύσεως εξ αφθαρσίας εις φθοράν αδιάβλητος μεταποίησις. Δύο γαρ αμαρτίαι γεγόνασιν εν τω προπάτορι κατά την παράβασιν της θείας εντολής· η μεν διαβεβλημένη· η δε αδιά­βλητος, αιτίαν έχουσα την διαβεβλημένην. Και η μεν, προ­αιρέσεως εκουσίως αποθεμένης το αγαθόν· η δε, φύσεως ακουσίως διά την προαίρεσιν αποθεμένης την αθανασίαν»[9].



Η υπαρκτική «μεταποίηση» της φύσης, η έκπτωση από την «όντως ύπαρξη» της προσωπικής αλληλοπεριχώρησης και αγαπητικής κοινωνίας στη φθορά της αυτονομημένης αλλά θνητής ατομικότητας, είναι έκπτωση από το Είναι — ένα είδος «ανυπαρξίας», όπως είπε σε κάποιο παραπάνω απόσπασμα ο άγιος Μάξιμος. Η αμαρτία είναι ένας τρό­πος υπάρξεως «παρά» την ύπαρξη, «παρά φύσιν» (αφού τεμαχίζει και διαστρέφει τη φύση), ένας χωρισμός από το Είναι, αποκλεισμός από τη ζωή.

Ξεκινώντας από μια τέτοια αντίληψη —πραγματική, υπαρκτική— της αμαρτίας, η ορθόδοξη παράδοση της Εκ­κλησίας αρνήθηκε να εξαντλήσει τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό σε πλαίσια δικανικά, νομικά, αρνήθηκε να δει την αμαρτία σαν ατομική παράβαση ενός δεδομένου α­πρόσωπου κώδικα συμπεριφοράς που μόνο ψυχολογική ένοχη γεννάει. Ο Θεός της Εκκλησίας, όπως Τον γνώρι­σε και Τον κήρυξε η ορθόδοξη εμπειρία και παράδοση, δεν είχε ποτέ σχέση με τον Θεό της δικανικής παράδοσης, τον Θεό του Άνσελμου και του Αβελάρδου[10] — δεν κατανοήθηκε ποτέ ως θεάς τιμωρός και τρομοκράτης, πρόξενος ποινών και βασανισμού των ανθρώπων.

Ο Θεός είναι «κριτής» των ανθρώπων όχι με την έννοια του δικαστή που αποφασίζει και επιβάλλει την τιμωρία πιστοποιώντας την παράβαση, άλλα είναι κριτής επειδή είναι αυτός που είναι: η δυνατότητα της ζωής και της αλη­θινής ύπαρξης. Όταν ο άνθρωπος αποκόβεται εκούσια από την υπαρκτική αυτή δυνατότητα, αυτόματα «κρίνεται». Δεν είναι η απόφαση, αλλά η ύπαρξη του Θεού που τον κρίνει. Ο Θεός είναι μόνο ένα οντολογικό γεγονός αγάπης και μια έκχυση αγάπης, ένα «πλήθος χρηστότητος», μια παραφορά ερωτικής αγαθότητας.

Επειδή όμως είναι Αυτός η «κατ’ αλήθειαν» ύπαρξη, η υπόσταση της ζωής, υπόσταση προσωπικής ετερότητας, ελευθερίας από κάθε περιορισμό της ύπαρξης, και επειδή ο άνθρωπος πλάστηκε «κατ' εικόνα» δική Του, γι' αυτό η παρουσία του Θεού είναι κριτική για τον άνθρωπο:



«Θεός εις υπάρχουσα [η αγία και ομοούσιος Τριάς] κατά φύσιν δημιουργός, προνοητική τε και κριτική των υπ' αυ­τού πεποιημένων· κοινόν γάρ Πατρός και Υίου και Αγίου Πνεύματος, ώσπερ το δημιουργείν, ούτω δή και το κρίνειν και των πεποιημένων σαφώς προνοείν»[11].



Επιτελώντας την αμαρτία, ο άνθρωπος «ήδη κέκριται»: «αύτη δε εστιν η κρίσις, ότι ηγάπησαν οι άνθρωποι μάλλον το σκότος ή το φως»[12]. Ο άνθρωπος κρίνεται με τα μέτρα της ζωής και της ύπαρξης από την οποία αυτοαποκλείεται. Η αμαρτία είναι μια αυτοκατάκριση και αυτοτιμωρία, που ελεύθερα την επιλέγει ο άνθρωπος όταν αρνείται να είναι προσωπική υπόσταση κοινωνίας με τον Θεό και προτιμάει τη «μεταποίηση» της ύπαρξης του: τον τεμαχισμό της φύ­σης του σε οντικές ατομικότητες — τη φθορά και τον θά­νατο.





4. «Πέρα από το καλό και το κακό»

Έτσι, η ηθική αντίληψη που πηγάζει από την ερμηνεία της αμαρτίας ως αποτυχίας και αστοχίας δεν είναι η συμβατι­κή κοινωνική αντίληψη του «καλού» και του «κακού», της αξιομισθίας ή της τιμωρίας, αλλά το δίλημμα ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο[13], στην υπαρκτική αλήθεια και γνη­σιότητα ή στην υπαρκτική στέρηση και φθορά. Η Ηθική της Εκκλησίας είναι «πέρα από το καλό και το κακό», αναφέρεται σε πραγματικότητες οντολογικές και όχι σε αγιολογικές κατηγορίες. Το καλό και το κακό είναι κατηγορίες συμβατικές. Λέει ο άγιος Μάξιμος:

«Γνώτε ότι το απλώς λεγόμενον κακόν, ου πάντως κακόν· αλλά προς τι μεν κακόν, προς τι δε ου κακόν. Ωσαύτως και το απλώς λεγομενον καλόν, ου πάντως καλόν, αλλά προς τι μεν καλόν, προς τι δε ου καλόν»[14].



Η Ηθική της Εκκλησίας δεν έχει σχέση με αυτή την ουσιαστική απροσδιοριστία του καλού και του κακού, που μόνο συμβατικές καταλήξεις και διαμορφώσεις μπορεί να έχει. Αποκλείει την αξιολογική σχετικότητα, δεν αναφέρε­ται σε καμία εθιμική ή συνειδητή σύμβαση που να επιτρέ­πει αντικειμενικές αξιολογήσεις και δικανικές σταθμίσεις. Η Ηθική της Εκκλησίας «κρίνει» τον άνθρωπο αποκα­λύπτοντας την εικόνα του Θεού στο ανθρώπινο πρόσωπο, διαστέλλοντας την ύπαρξη και τη ζωή από την εφήμερη επιβίωση και την ψευδαίσθηση της αυθυπαρξίας.

Η Εκκλησία αποβλέπει στην ελευθερία του ήθους από σχηματικές διαβαθμίσεις και χρησιμοθηρικούς προκαθορι­σμούς. Σκοπεύει στο ήθος της προσωπικής ετερότητας, της υπαρκτικής ελευθερίας: Όχι να «βελτιωθούν» απλώς οι χαρακτήρες και τα «ήθη» της κοινωνικής συμπεριφοράς, αλλά να αποκατασταθεί ο άνθρωπος στο πλήρωμα της ζωής και της ύπαρξης υπερβαίνοντας τη φθορά και τον θάνατο της κτίστης φύσης του.

Για να πραγματωθεί αυτή η αποκατάσταση, πρέπει να συμβεί στον άνθρωπο μια υπαρκτική αλλαγή —αλλαγή του τρόπον της υπάρξεως—, και σε αυτήν αποβλέπει η Ηθική της Εκκλησίας. Πρέπει να αρνηθεί ο άνθρωπος την εγκύστωσή του στην ατομικότητα, που την αντιπαρατάσσει ως εγώ στις ατομικές φύσεις των άλλων. Να ελευθερωθεί από τις απολυτοποιημένες απαιτήσεις, επιθυμίες και αναγκαιό­τητες της ατομικής του φύσης, που τον δεσμεύουν στην απρόσωπη επιβίωση του είδους. Μόνο με αυτή την απε­λευθέρωση από την υπαρκτικά αυτονομημένη φυσική αναγ­καιότητα μπορεί να υπάρξει ο άνθρωπος ως προσωπική ετερότητα, πραγματώνοντας τη ζωή της αγάπης — δηλαδή ενοποιώντας τη φύση στο υπαρκτικό γεγονός της αυθυπέρβασής της, που είναι η αλληλοπεριχώρηση και κοινωνία των προσώπων.

Μόνο από αυτή την οδό της ελευθερίας μπορεί να κα­τορθώσει ο άνθρωπος την ομοίωση του με τον Θεό: να αποτελέσει και η δική του φύση γεγονός ζωής και υπαρκτικής πληρότητας, γεγονός ενότητας και κοινωνίας υποστά­σεων ελεύθερων από τη φθορά και τον θάνατο. Αλλά αυτή η υπαρκτική αλλαγή της «μεταποιημένης» από την πτώση ανθρώπινης φύσης ξεπερνάει τις δυνατότητες του ανθρώπου της πτώσης. Είναι κατ' αρχήν έργο του Γενάρχη μιας και­νούργιας ανθρωπότητας, του δεύτερου Αδάμ, του Χρίστου, που συγκεφαλαίωσε στο Πρόσωπο Του και ανέπλασε την καθολική φύση, τον τρόπο υπάρξεως του ανθρώπου. Είναι η υπαρκτική πραγματικότητα της «καινής κτίσεως» του σώ­ματος Του, της Εκκλησίας. Σε αυτή την «ανακαίνιση» της ανθρώπινης φύσης από τον Χριστό θα επανέλθουμε παρα­κάτω.





5. Το ψυχολογικό σύμπλεγμα της ενοχής

Εδώ ας παρεμβάλουμε μόνο μία συμπληρωματική παρα­τήρηση: Πόσο λυτρωτική είναι για τον άνθρωπο —και ξεχωριστά για τον σημερινό άνθρωπο της μετά τον Φρόυντ εποχής— η ταύτιση της αμαρτίας όχι με την παράβαση και την ενοχή, αλλά με την αποτυχία και αστοχία. Η αντίληψη που καλλιεργήθηκε σε χριστιανικά περιβάλλοντα και που ταύτισε την αμαρτία με τη νομική παράβαση, όπως και τη σωτηρία με την ατομική δικαίωση και εξιλέ­ωση, συνέδεσε στις ανθρώπινες συνειδήσεις τη χριστιανική Ηθική με ένα πλήθος αδιέξοδων ψυχολογικών συμπλεγμά­των. Η προσπάθεια για ατομική δικαίωση και εξιλέωση όχι μόνο αφήνει τον άνθρωπο αλύτρωτο στην αυτονομημένη του ατομικότητα, χωρισμένον από τη δυνατότητα της ζωής που είναι η υπαρκτική ελευθερία της αγάπης, αλλά εμφα­νίζεται συχνά και ως αρρωστημένος εγκλωβισμός στο ψυ­χολογικό «υπερεγώ» ή ως σχιζοφρενική διάσπαση του εγώ ανάμεσα στην πραγματικότητα της ζωής και σε ένα αφη­ρημένο αξιολογικό «δέον».

Ένα πλήθος εκδηλώσεις της κοινωνικής και ατομικής ζωής του σύγχρονου ανθρώπου —τάσεις και κινήματα στον χώρο της ψυχολογίας, κοινωνιολογίας, φιλοσοφίας, αλλά και της τέχνης, της μόδας και των ηθών— μοιάζουν με προσπάθεια του ανθρώπου να αποτινάξει τη δουλεία του στην ψυχολογική καταπίεση των συμπλεγμάτων ένοχης που του δημιούργησε η νομική αντίληψη της αμαρτίας[15]. Ό,τι χαρακτηρίζουμε «ηθική κρίση» των καιρών μας μοιά­ζει συχνά με απεγνωσμένη προσπάθεια του σύγχρονου ανθρώπου να αμφισβητήσει ή να αρνηθεί τα αξιολογικά σχή­ματα της συμβατικής Ηθικής — μιας Ηθικής που είναι άσχετη με το υπαρκτικό του πρόβλημα και την τραγική περιπέτεια της ελευθερίας του. Μοιάζει η «ηθική κρίση» με προσπάθεια του σύγχρονου ανθρώπου να αυτοβεβαιώσει την ετερότητα και την ελευθερία του υπερβαίνοντας τις απρόσωπες νομικές δεσμεύσεις και τους χρησιμοθηρικούς κανόνες συμπεριφοράς, να μη φοβηθεί την αλήθεια της πτώσης του, ακόμα και την έσχατη αλλοτρίωση του προσ­ώπου του. Είναι, ίσως, προσπάθεια να ελευθερωθεί ο άν­θρωπος από τη σχετικότητα του καλού και του κακού, από το ψεύτικο «υπερεγώ» της κοινωνικής ευπρέπειας, τελικά από τον ψευτοχριστιανικό ιδεαλισμό, τον πλαστό εκείνο «αγγελισμό» των συμβατικών σχημάτων της αξιοκρατικής «Ηθικής».

Αυτή η αναζήτηση και προσπάθεια του ανθρώπου να δει καταπρόσωπο την αλήθεια του, οποιαδήποτε και αν είναι, η άρνηση του να κρύψει ή να εξωραΐσει την πραγμα­τικότητα της αποτυχίας του από φόβο και νομική ενοχή, αντιπροσωπεύει μια στάση ζωής όχι ολότελα άσχετη με τις βιωματικές προϋποθέσεις για την κατανόηση της ορθό­δοξης εκκλησιαστικής Ηθικής. Ο εγωκεντρικός φόβος για την παράβαση ή ο εξωραϊσμός της αμαρτίας και ο συμβιβασμός μαζί της —προεκτάσεις και συνέπειες του ψυχολογικού συμπλέγματος της ένοχης— δεν βρίσκουν έ­δαφος στο πνευματικό κλίμα αυτής της Ηθικής. Αντίθε­τα, η συνειδητοποίηση της αμαρτίας, υπαρκτικής αποτυ­χίας και αστοχίας, μπορεί να οδηγήσει με τα μέτρα της Εκκλησίας στην επίγνωση της ανθρώπινης ανεπάρκειας και στην αναζήτηση της Χάρης του Θεού — της ζωής που χαρίζεται στον άνθρωπο ως δυνατότητα μετοχής στην κοινωνία και σχέση με τον Θεό.

Στην αμαρτία του ανθρώπου, στην αποτυχία του να είναι αυτό που έχει κληθεί να είναι, η Εκκλησία βλέπει μια βεβαίωση της αλήθειας του προσώπου: τη δυνατότητα του ανθρώπου να λέει όχι ακόμα και στη ζωή και στην ίδια την ύπαρξη, να λέει όχι στον Θεό, που μόνο η σχέση και κοινωνία μαζί Του κάνει την ύπαρξη υπόσταση ζωής. Στην αμαρτία του ανθρώπου βλέπει η Εκκλησία την τραγική περιπέτεια της ανθρώπινης ελευθερίας, δηλαδή το ανθρώ­πινο ήθος στην πραγματική-οντολογική του αλήθεια. Το ήθος του ανθρώπου το βλέπει στην αμαρτία (πραγματική εκτροπή) και στη θέωση (πραγμάτωση του τριαδικού τρό­που της υπάρξεως μέσα στην Εκκλησία). Δεν υπάρχουν αφηρημένες θεωρητικές «αρχές» και συμβατικά νομικά «α­ξιώματα» στην Ηθική της Εκκλησίας, καμιά απρόσωπη προστακτική. Η βάση αυτής της Ηθικής είναι το ανθρώ­πινο πρόσωπο, και πρόσωπο σημαίνει μιαν αδιάκοπη δια­κινδύνευση, σημαίνει ελευθερία από κάθε αντικειμενοποίηση, σημαίνει τη δυναμική του θανάτου και της ανάστασης.



6. Η δυναμική της μετάνοιας

Η αμαρτία είναι το μέτρο για την επίγνωση του χωρισμού από τον Θεό, του χωρισμού από τη ζωή — μέτρο συνειδη­τοποίησης του θανάτου. Και μόνο με τη συνειδητή εμπειρία του θανάτου μπορεί να προσεγγίσει ο άνθρωπος την απο­κάλυψη της ζωής, τη δυνατότητα της συνανάστασης με τον Χριστό. Έτσι, η αμαρτία γίνεται αφετηρία και προϋπόθε­ση της μετάνοιας. Η λέξη σημαίνει την «αλλαγή του νου», δηλαδή της εκδοχής του πραγματικού και υπαρκτού — του προσανατολισμού της ύπαρξης και όχι απλώς της συμπε­ριφοράς του ανθρώπου. Η μετάνοια είναι επίγνωση ανε­πάρκειας της ατομικής αυτοτέλειας, αναζήτηση της ζωής στην προσωπική σχέση με τον Θεό, δίψα προσωπικής κοι­νωνίας μαζί Του.

Η μεταποίηση της αμαρτίας σε μετάνοια, της υπαρκτικής αποτυχίας σε πληρότητα ζωής, να ποιο είναι πραγμα­τικά το «ευαγγέλιο» της Εκκλησίας, το χαρούμενο μήνυμα της. Και αυτό το μήνυμα δεν είναι απλή επαγγελία, αλλά συγκεκριμένο γεγονός με ιστορική σάρκα, είναι το σώμα της Εκκλησίας — «σώμα Χρίστου». Ο Χριστός προσέ­λαβε την ανθρώπινη φύση, τη φύση της φθοράς, της αμαρ­τίας και του θανάτου, και τη ζωοποίησε: της έδωσε και πάλι τη δυνατότητα να αποτελέσει υπόσταση ζωής αιωνίου, να μετάσχει στη ζωή του Θεού.

Η πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης από τον Χριστό είναι το γεγονός που συνιστά την Εκκλησία· είμαστε όλοι όσοι αποτελούμε το σώμα της, φορτωμένοι την καθημερινή μας αποτυχία, που μας προσλαμβάνει ο Χριστός και μας αναδεικνύει μετόχους της ζωής Του, του δικού Του τρόπου της υπάρξεως. Οι συνέπειες της ανταρσίας του προπάτορα αίρονται από τη στιγμή που η υπαρκτικά αυτονομημένη φύση ενώθηκε υποστατικά με τον Θεό. Τώρα πια στα όρια της τεμαχισμένης φύσης υπάρχει ένα Πρόσωπο που συνι­στά υπόσταση ζωής, το Πρόσωπο του Χρίστου. Και το Πρόσωπο αυτό γίνεται άξονας για να «συναχθούν εις εν τα πριν διεσκορπισμένα τέκνα του Θεού»[16]: να αποτελέσουν ζωτική ενότητα προσωπικής αλληλοπεριχώρησης και αγάπης οι πριν αυτονομημένες ατομικότητες.

Τη μετοχή στο θεανθρώπινο σώμα του Χριστού, στην υπαρκτική ενότητα της κοινωνίας των άγιων, δεν την εξα­σφαλίζει η ατομική αξιομισθία, οι αντικειμενικά αναγνω­ρισμένες «αρετές» του ατόμου, αλλά η μετάνοια, η καινούργια στάση της εμπιστοσύνης στον Θεό, η ανάθεση ολόκλη­ρης της ζωής του πιστού —της αποτυχημένης και αμαρτω­λής ζωής του— στον Χριστό, μέσα από την Εκκλησία. Η μετάνοια δεν σημαίνει απλώς τη «βελτίωση» ή και «τε­λειοποίηση» της ατομικής συμπεριφοράς, των ατομικών ψυχολογικών αισθημάτων, την ισχυροποίηση της ατομικής θέλησης. Όλα αυτά μπορεί να συμβούν και όμως ο άνθρω­πος να παραμένει δέσμιος στην αυτονομημένη ατομικότητα του, ανίκανος να αγαπήσει, να μετάσχει στην κοινωνία της αγάπης, που είναι η αληθινή ζωή.

Η μετάνοια είναι αλλαγή του τρόπου της υπάρξεως: Ο άνθρωπος παύει να εμπιστεύεται την ατομικότητα του· συν­ειδητοποιεί πως το να υπάρχει ως ατομικότητα (έστω και ως ενάρετη ατομικότητα) δεν τον σώζει από τη φθορά και τον θάνατο, από τη βασανιστική υπαρκτική του δίψα για ζωή. Γι’ αυτό και καταφεύγει στην Εκκλησία, όπου υπάρ­χει αγαπώντας και αγαπώμενος. Τον αγαπούν οι άγιοι, του δίνουν «όνομα» προσωπικής ετερότητας και τον προσλαμβάνουν στην κοινωνία της αγάπης τους παρά την αμαρτωλότητά του. Και ο ίδιος προσπαθεί να αγαπάει τους άλλους παρά την αμαρτωλότητά τους, να ζει ελεύθερος από τις αναγκαιότητες της θνητής του φύσης. Αγωνίζεται να νι­κήσει τις ατομικές του αντιστάσεις, τα ατομικά του θελή­ματα και τις αυτονομημένες ορμές του, όχι για να «βελτιω­θεί» ατομικά, αλλά για να ανταποκριθεί στον «μανικό έ­ρωτα» του Χρίστου και των αγίων, στις προϋποθέσεις της προσωπικής ζωής και όχι της φυσικής επιβίωσης.

Έτσι, ο Χριστιανός δεν φοβάται την αμαρτία με τον ψυχολογικό φόβο της ατομικής ενοχής, με τη συμπλεγμα­τική κατάθλιψη για την ατομική παράβαση, που μειώνει την «ηθική άξια» του ατόμου του. Ξέρει ότι ο Χριστός, η Θεοτόκος και οι άγιοι τον αγαπούν παρόλο που είναι α­μαρτωλός — ο Χριστός τον αγάπησε στην αμαρτωλότητά του «μέχρι θανάτου σταυρού». Ξέρει ότι μέσα στην Εκκλη­σία η αμαρτία του γίνεται αφετηρία για να βιώσει το θαύμα της σωτηρίας του από τον Χριστό· ξέρει ότι η ανθρώπινη πραγματικότητα και στις πιο «ενάρετες» φάσεις της είναι όλη αμαρτία —αποτυχία και αστοχία— και «μόνος ο Χρι­στός εκτός αμαρτίας υπάρχει». Φοβάται την αμαρτία μόνο ως στέρηση της δυνατότητας να ανταποκριθεί στην αγάπη του Χριστού. Αλλά ένας τέτοιος «φόβος» είναι κιόλας ένα πρώτο βήμα αγάπης.





7. Σπουδή ελευθερίας

Και αφού ο λόγος για τη δυναμική «μεταποίηση» της α­μαρτία, σε μετάνοια, πρέπει να θυμηθούμε τους μεγάλους πνευματικούς οδηγούς της ορθόδοξης εκκλησιαστικής πα­ράδοσης, τους σοφούς των ερήμων, με την ισόβια σπουδή και διερεύνηση των αβύσσων της ανθρώπινης αμαρτίας και την εκπληκτική τους κατάφαση στην αλήθεια του ανθρώ­που, στην άρνηση των συμβατικών εξωραϊσμών και των ψευδαισθήσεων της αντικειμενικής «αρετής».

Η ανάγκη να δει ο άνθρωπος καταπρόσωπο την πτώση του, την υπαρκτική του αποτυχία και αστοχία, είναι μια βασική αρχή του ορθόδοξου μοναχισμού, είναι προϋπόθεση για τον «φιλόσοφο βίο» της μετάνοιας. Όπως ο βυζαντινός αγιογράφος, για να φτάσει να «ιστορήσει» Εικόνες, περ­νούσε μια μακρά περίοδο ζωγραφικής σπουδής της φυσι­κής πραγματικότητας, έτσι και ο μοναχός, αλλά και κάθε πιστός, οφείλει να σπουδάσει τη φύση του, τις φανερές και κρυμμένες αντιστάσεις της αυτονομημένης φυσικής του α­τομικότητας, για να φτάσει να υπερβεί τη φύση και να πραγματώσει την εικόνα του Θεού στο πρόσωπο του. Η μετάνοια δεν συμβιβάζεται με ιδεαλιστικές ψευδαισθήσεις και ουτοπικούς εξωραϊσμούς. Η πιστότητα στο φυσικό είναι προϋπόθεση για τη μεταμόρφωση του.

«Καθαρός εστι τον νουν, ουχ ο μη γινώσκων το κακόν, επεί κτηνώδης έσται», λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος[17]. Η γνώση του κακού είναι η γνώση της πτώσης του ανθρώπου· κάθε επιδίωξη αρετής που αγνοεί αυτή την πραγματικότη­τα καταλήγει σε πλαστότητα και διαστροφή ή στην ηθική ουδετερότητα των άλογων ζώων — και υπάρχουν πολλές μορφές ασυνείδητης και «ιδεαλιστικής» ή «αποπνευματωμένης» κτηνωδίας.

Η επίγνωση της αμαρτίας είναι μια πραγματική αφε­τηρία για να αναζητήσει ο άνθρωπος λύσεις και απαντή­σεις ζωής στην αλήθεια του Θεού. «Αιτήσωμεν οι εμπαθείς επιμόνως τον Κύριον», γράφει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, «πάντες γάρ οι απαθείς εξ εμπαθείας εις απάθειαν προέκοψαν»[18]. Η υποταγή στον ζυγό των παθών δεν απο­κλείει τη μετάνοια· αντίθετα, η γεύση της εμπάθειας ή και η δουλεία στην εμπάθεια της φύσης είναι μια δυνατότητα να συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος την τραγικότητα της αλλο­τρίωσης του προσώπου του, τις ποικίλες μορφές τυραννίας του φυσικού θελήματος. Και αυτή η σωστή γνώση και σπου­δή της επαναστατημένης φύσης, όταν οδηγήσει στη μετά­νοια, μεταμορφώνεται σε πλούτο ανθρωπογνωσίας και «διακρίσεως», που καταξιώνεται στη διακονία της αγάπης. Γράφει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος και πάλι:



«Θαρσείτωσαν οι τεταπεινωμένοι εμπαθείς· ει γάρ και εν πασι τοις βοθύνοις πέσωσι, και εν πάσαις ταις παγίσι βροχισθώσι, και πασαν νόσον νοσήσουσιν, αλλά γε μετά την υγείαν πάσιν ιατροί και φωστήρες και λύχνοι και κυβερνήται γενήσωνται, εκάστης νόσου τους τρόπους διδά­σκοντες, και τους μέλλοντας πίπτειν εκ της οικείας δια-σώζοντες πείρας»[19].



Η διακριτική σκέψη των Πατέρων της Ανατολής α­ναγνωρίζει κάποτε, ακόμα και στις έσχατες μορφές της ανθρώπινης πτώσης, την παραστρατημένη δίψα της ζωής και της πληρότητας του ανθρώπινου προσώπου. Διαβάζου­με στις Άρεοπαγιτικές Συγγραφές:



«Ο ακόλαστος, ει και εστέρηται ταγαθού κατά την άλογον έπιθυμίαν, εν τούτω μεν ούτε εστίν, ούτε όντως επιθυμεί, μετέχει δ' όμως ταγαθού κατ’ αυτό το της ενώσεως και φιλίας αμυδρόν απήχημα. [...] Και αυτός ο της χειρίστης ζωής εφιέμενος, ως όλως ζωής εφιέμενος, και της αρίστης αυτώ δοκούσης, κατ’ αυτό το εφίεσθαι, και ζωής εφίεσθαι, και προς αρίστην ζωήν αποσκοπείν, μετέχει ταγαθού»[20].



Η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο, η δυναμική της ζωής που συνιστά το ανθρώπινο πρόσωπο, δεν εξαλείφεται όσο και αν αχρειωθεί το αρχέγονο κάλλος της αγαπητικής ετερότητας και ελευθερίας. Η αλήθεια της Εκκλησίας φωτίζει τον Άδη της ανθρώπινης αποτυχίας και αστοχίας, για να δείξει στον άνθρωπο ότι ακόμα και οι ακόρεστες ορμές από τις οποίες πάσχει η ύπαρξή του —τα πάθη της αυτονομημένης ηδονής— είναι σημάδια της αλλοτριωμένης προσ­ωπικής έφεσης για μετοχή στην όντως ζωή, σημάδια που μαρτυρούν την ευγένεια της καταγωγής του.

Αυτή η παρατήρηση θα μπορούσε να συμπληρωθεί και από ένα ακόμα απόσπασμα του Ιωάννου της Κλίμακος, ο οποίος βλέπει στο αυτονομημένο σαρκικό πάθος την ίδια φορά της αγαπητικής δύναμης που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο, μέσα από τη μετάνοια, στον άπληστο έρωτα για τον Θεό. Λέει:



«Είδον ακαθάρτους ψυχάς περί έρωτας σωμάτων εμμανώς διακειμένας· και δη αύται σκήψιν μετανοίας προσλαβόμεναι εκ πείρας έρωτος τον αυτόν προς Κύριον μετενηνόχασιν έρωτα· και πάντα φόβον ευθύς υπερπηδήσασαι, απλήστως εις αγάπην Θεού ενεκεντρίσθησαν· δια τούτο και ο Κύριος τη σώφρονι εκείνη πόρνη ου λέγει ότι εφοβήθη, αλλ' ότι ηγάπησε πολύ, και ηδυνήθη ευχερώς έρωτι έρωτα διακρούσασθαι»[21].





8. Αναμέτρηση ελευθερίας και αγάπης

Μέσα στην Εκκλησία ο συμπλεγματικός φόβος της αμαρ­τίας (η εγωκεντρική φοβία για τον αξιολογικό υποβιβασμό της ατομικότητας), παράγωγο της νομικής-δικαστικής αν­τίληψης για τη σχέση ανθρώπου και Θεού, μετασκευάζεται σε αγάπη και έρωτα για τον Χριστό, παράγωγο της προσω­πικής εμπιστοσύνης στη φιλανθρωπία και στη Χάρη Του. Η βάση της Ηθικής της Εκκλησίας είναι η ίδια η βάση της πίστης και της ζωής της: η ταύτιση της ζωής και της ύπαρ­ξης με το γεγονός της προσωπικής κοινωνίας. Η Ηθική της Εκκλησίας είναι η Ηθική της προσωπικής ετερότητας και ελευθερίας, γιατί και η αλήθεια της είναι η αλήθεια των προσ­ώπων — η μόνη πραγματικότητα που συνιστά το Είναι.

Ακόμα και στην έσχατη πτώση και υπαρκτική του αλ­λοτρίωση ο άνθρωπος παραμένει πρόσωπο, σαρκώνει την τρομακτική δυνατότητα να αναμετριέται με τον Θεό, να αντιθέτει στην άβυσσο της θείας αγάπης τον ίλιγγο της δικής του ανταρσίας και άρνησης. «Αμαρτιών μου τα πλή­θη και κριμάτων σου αβύσσους, τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου;» — είναι ο στίχος από ένα τροπάριο της Με­γάλης Τρίτης, γνωστό στην Ορθόδοξη Εκκλησία ως τρο­πάριο της μοναχής Κασσιανής, στο όποιο η πόρνη που έπλυνε τα πόδια του Χρίστου Του απευθύνει τα λόγια της φοβερής αυτής αναμέτρησης. Η ίδια ανεξιχνίαστη αμετρία σε δύο αβυσσαλέα μεγέθη: στην αμαρτία του ανθρώ­που και στο έλεος του Θεού — τα αδιάστατα όρια της α­λήθειας του προσωπικού Θεού και του ανθρώπινου προσώ­που αποκαλυπτόμενα μέσα από το γεγονός της μετάνοιας. Είναι ανεπανάληπτο το σχόλιο του Πάστερνακ στον παρα­πάνω στίχο: «Τι συντομία, τι ισοτιμία Θεού και ζωής, Θεού και προσωπικότητας, Θεού και γυναίκας!»[22]

Η επίγνωση της αμαρτίας μπορεί να αποκαλύψει στον άνθρωπο τις υπαρκτικές διαστάσεις του προσώπου του το ίδιο απεριόριστες όσο και το άμετρο βάθος του μυστηρίου της θείας ζωής. Αλλά αυτό που συχνά εμείς θεωρούμε αμαρτία είναι η δεμένη με κοινωνικές συμβατικότητες νο­μική και ψυχολογική συνείδηση ένοχης, η αίσθηση της πα­ράβασης κάποιου Νόμου, που αφήνει μέσα μας μάλλον αναπάντητο το ερώτημα: Ποιος και με ποιαν αυθεντία τον όρισε; Ή, ακόμα συχνότερα, μεταθέτουμε την πραγματι­κότητα της αμαρτίας στις περιπτώσεις αδικημάτων που ξεπερνάνε τον μέσο όρο της αστικής ευπρέπειας — στα κακουργήματα, στον βασανισμό ανθρώπου από άνθρωπο, στις κραυγαλέα άδικες μεταχειρίσεις. Αυτή η μετάθεση εξασφαλίζει μια συνείδηση περίπου αναμαρτησίας στους περισσότερους. Αν προσθέσει κανείς και την προτεραιό­τητα που έχει στον άνθρωπο του καιρού μας η λογική αμφισβήτηση των καθιερωμένων, η ευκολία ερμηνείας των παραδεδομένων «αξιών» σαν κοινωνικών προκαταλήψεων, τότε από την αμαρτία δεν έχει απομείνει παρά η εντύπωση μιας δεσμευτικής αναστολής ή και συμπλέγματος από τα οποία ο άνθρωπος πρέπει οπωσδήποτε να ελευθερωθεί.

Αλλά να που η Εκκλησία περιπλέκει την απλουστευ­μένη ερμηνευτική μας αναδεικνύοντας την αμαρτία σε υπαρκτικό μέγεθος αντίστοιχο με την άβυσσο της θείας ζωής. Αυτή είναι μια άλλη θεώρηση της αμαρτίας, απρό­σιτη στις κοινωνικές και αντικειμενικές μας μετρήσεις. Είναι η αμαρτία η μεταποιημένη σε μετάνοια, η αποτυχία του ανθρώπου η μετρημένη με το μέγεθος της αυθεντικής του ύπαρξης, της προσωπικής του αλήθειας, που είναι ει­κόνα της αλήθειας του προσωπικού Θεού.





9. Το «Ευαγγέλιο» της ελπίδας

Τονίστηκε στις προηγούμενες σελίδες: Για την Εκκλησία η αμαρτία δεν είναι νομικό, είναι υπαρκτικό γεγονός. Δεν είναι απλή παράβαση, αλλά η έμπρακτη άρνηση του ανθρώπου να είναι αυτό που «κατ' αλήθειαν» είναι: Εικόνα και «δόξα» —δηλαδή φανέρωση— του Θεού. Ο άνθρωπος αρνείται να είναι πρόσωπο, σε σχέση και κοινωνία με τον προσωπικό Θεό και τα πρόσωπα των συνανθρώπων του. Και δεν πρόκειται εδώ για άρνηση των κοινωνικών κατη­γοριών του «αλτρουισμού» και της «φιλαλληλίας», αλλά για οχύρωση του ανθρώπου στη βιολογική και ψυχολογική του ατομικότητα, που είναι «παρά φύσιν» τρόπος υπάρξεως, αλλοίωση της υπαρκτικής του αλήθειας, αναίρεση του Τριαδικού Πρωτοτύπου της φύσεως του. Και η υπαρκτική αλλοίωση σημαίνει αναπόφευκτα φυσική αποργάνωση, φθο­ρά και θάνατο. Πιστεύει ο άνθρωπος πως μάχεται τη φθο­ρά και τον θάνατο γαντζωμένος απεγνωσμένα στην προσ­πάθεια για ατομική εξασφάλιση, εξασφάλιση ευζωίας, κοι­νωνικής επιβολής, ηθικής αναγνώρισης. Και δεν κατορθώ­νει παρά να επιτείνει τη διάλυση της ύπαρξης του, μέσα στον παραλογισμό και στη μοναξιά της εγωιστικής αντι­δικίας.

Το ξεστόχισμα του ανθρώπου από την αληθινή του ύπαρξη, η αμαρτία του, είναι ωστόσο η φανέρωση μιας προσωπικής του δυνατότητας. Αν η προσωπική ολοκλή­ρωση του ανθρώπου αντιπροσωπεύει ένα δυναμικό μέγεθος ζωής απεριόριστο, μιαν «ατέλεστη τελειότητα» —τη φα­νέρωση και πραγμάτωση της θείας Εικόνας—, ταυτόχρονα η «παρά φύσιν» ατομικότητα είναι και αυτή μια δυνατότη­τα του ανθρώπου που αποδεικνύεται υπαρκτικό μέγεθος εξίσου απεριόριστο, μια αρνητική μέτρηση της θείας Ει­κόνας. Το ναι ή το όχι του ανθρώπου στην υπαρκτική του γνησιότητα είναι φανέρωση του άπειρου δυναμικού μεγέ­θους της προσωπικής του σχέσης ή της ατομικής του α­πόστασης από τον Θεό. Έτσι, οι καθημερινές του αμαρ­τίες, αστοχίες ως προς το «τέλος» της προσωπικής του ολοκλήρωσης, δεν είναι σφάλματα ή παραβάσεις καθιερω­μένων συμβάσεων. Είναι δυναμικές αποκαλύψεις της από­στασης που χωρίζει (τροπικά και όχι τοπικά) τον άνθρωπο από τον Θεό, ενδεχόμενες φανερώσεις της αυτοκαταδίκης του ανθρώπου σε αποκλεισμό από την «όντως ζωή».

Διατυπωμένα όλα αυτά με θεωρητικές αντικειμενικές εκφράσεις, μένουν αδιάφορα αν δεν ζωοποιηθούν από την εμπειρία της μετάνοιας, αν δεν σαρκωθούν σε μια προσω­πική περιπέτεια. Ψηλαφώντας εμπειρικά και άμεσα τον απύθμενο βυθό της ανθρώπινης αποτυχίας, συνειδητοποιεί ο πιστός το μέγεθος των δυνατοτήτων της αγάπης. Και τολμάει το άλμα της μετάνοιας. Για να συναντήσει την απόλυτη αποδοχή στην αμετρία της θείας φιλανθρωπίας: «Ο εγνωκώς της ανθρωπίνης φύσεως την ασθένειαν, ούτος είληφε πείραν της θείας δυνάμεως», λέει ο άγιος Μάξιμος ο Όμολογητής[23]. Η σωτηρία είναι συνάρτηση άπειρων με­γεθών. Μόνο στα δικά της όρια «άβυσσος άβυσσον επικα­λείται».

Το μήνυμα που έχει να φέρει η Εκκλησία στον σημε­ρινό συγκεκριμένα άνθρωπο, τον τραυματισμένο και εξου­θενωμένο από τον «τρομοκράτη» Θεό της δικανικής Ηθι­κής, είναι αυτό ακριβώς: Να τον βεβαιώσει ότι αυτό που ζητάει ουσιαστικά ο Θεός από τον άνθρωπο δεν είναι ούτε τα ατομικά κατορθώματα ούτε οι αξιομισθίες, αλλά μια κραυγή εμπιστοσύνης και αγάπης από τα βάθη της αβύσ­σου μας. Ή ακόμα, ίσως, μια στιγμή ανάνηψης και αγω­νίας μέσα από τον κλειστό και καλοασφαλισμένο υποκει­μενισμό της ευτυχίας μας.

Το μήνυμα είναι άμεσο μέσα από κάθε φάση της ζωής της Εκκλησίας: αδιάκοπα ανοιχτή πρόσκληση, ελπίδα και παράκληση του ανθρώπου που έφτασε να δει μέσα του την αβυσσαλέα στέρηση της ζωής. Είναι το μήνυμα που τόσο θαυμαστά συγκεφαλαιώνει ο Ντοστογιέβσκυ στον μονόλο­γο του Μαρμελάντοφ —στο Έγκλημα και τιμωρία— όταν σκέφτεται τη μέλλουσα κρίση:



«Και τότε ο Χριστός θα μας πει: Ελάτε και σεις. Όλοι εσείς, εσείς οι μέθυσοι, εσείς οι αδύνατοι, εσείς οι ακό­λαστοι. [...] Και θα μας πει: Όντα άθλια, γίνατε σύμμορφοι με την εικόνα του θηρίου και έχετε τη σφραγίδα του στο μέτωπο σας. [...] Ελάτε όμως και σεις. Και τότε οι δίκαιοι θα διαμαρτυρηθούν και οι φρόνιμοι θα απορή­σουν: Μα, Κύριε, πως τους δέχεσαι; Και ο Χριστός θα πει: Αν τους δέχομαι, κύριοι δίκαιοι, αν τους δέχομαι, κύριοι σώφρονες, το κάνω γιατί κανένας από αυτούς δεν έκρινε ποτέ τον εαυτό του άξιο. Και θα μας απλώσει τα χέρια Του, θα μας ανοίξει την αγκαλιά Του, και μεις θα πέσουμε στα πόδια Του και θα τα καταλάβουμε όλα. Ναι, τότε θα τα καταλάβουμε ολα. [...] Θεέ μου, ελθέτω η Βασιλεία Σου [...]»[24].

[1] «Ζωή και αγάπη ταυτίζονται εις το πρόσωπον: το πρόσωπον δεν αποθνήσκει, μόνον διότι αγαπάται και αγαπά· έξω από την κοινωνίαν της αγάπης το πρόσωπον χάνει την μοναδικότητά του, γίνεται ένα ον όπως και τα άλλα, ένα "πράγμα" χωρίς απόλυτον "ταυτότητα" και "όνομα", χωρίς πρόσωπον. Θάνατος δια το πρόσωπον σημαίνει το να παύση να αγαπάται και να αγαπά, να είναι μοναδικόν και ανεπανάληπτον, ενώ ζωή δια το πρόσ­ωπον σημαίνει την επιβίωσιν της μοναδικότητος της υποστάσεώς του, την οποίαν βεβαιώνει και συντηρεί η αγάπη»: Ιωάν. ΖΗΖΙΟΥΛΑ, Ἀπό το προσωπείον είς το πρόσωπον, σελ. 307.



[2] «Ma chûte originelle c' est l' existence de l' autre»: L' Être et le Néant, Paris (Gallimard) 1943, σελ. 321.

[3] Huis Clos, στο τέλος της πέμπτης σκηνής: «L' enfer, c' est les Autres». — Βλ. και ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Περί διαφόρων απόρων, Migne PG. 90. 256Β: «'H μία φύσις εις μυρία κατεμερίσθη τμήματα· και οι της αυτής φύσεως, αλλήλων εσμέν δίκην ερπετών θηρίων παραναλώματα».

[4] Αδελφοί Καραμάζωφ, Α', 6, ΙΙΙ: Από τις διδαχές και ομιλίες του στάρετς Ζωσιμά, θ'.

[5] Σχόλια εις το περί θείων ονομάτων, Migne P.G. 4, 348C.

[6] Σχόλια εις το περί θείων ονομάτων, Migne P.G. 4, 305C.

[7] Βλ. Το πρόσωπο και ο έρως, § 93.

[8] Ο όρος είναι του άγιου ΜΑΞΙΜΟΥ: «Κατάκρισις ουν εστι της προαιρετικής αμαρτίας του Αδάμ, η της φύσεως προς πάθος και φθοράν και θάνατον μεταποίησις· ην ου γέγονε μεν εκ Θεού καταρχάς έχων ο άνθρωπος, εποίησε δε και έγνω, την προαιρετικήν δια της παρακοής αμαρτίαν δημιουργήσας· ης υπάρχει γέννημα σαφώς, η δια του θανάτου κατάκρισις», Περί διαφόρων απόρων, Migne P.G. 90, 408C.

[9] Περί διαφόρων απόρων, Migne P.G. 90, 405C.

[10] Anselm, Aρχιεπίσκοπος του Canterbury, 1033-1109· Pierre Abélard, γάλλος σχολαστικός θεολόγος και φιλόσοφος, 1079-1142. Περισσότερα για τις δικανικές θεολογικές τους θεωρίες και την επίδραση που είχαν αυτές στον θεολογικό και πνευματικό βίο της Δύσης, βλ. στη μελέτη του Ιωάν. ΡΩΜΑΝΙΔΟΥ, Το προπατορικόν αμάρτημα, Αθήναι 1957, σελ. 12 κ.έ., 87 κ.έ. — Βλ. επίσης, Étienne GlLSON, La Philosophie au Moyen Age, Paris (Payot) 21962, σελ. 243 κ.έ. — Jean COTTIAUX, La conception de la théologie chez Abélard, Revue d' histoire ecclésiastique, 28 (1932), σελ. 247-295, 533-551, 788-828. — Jean JOLIVET, Arts du langage et théologie chez Abélard, Paris (Vrin) 1969, κυρίως στις σελ. 276 κ.έ. — Karl BARTH, Fides quaerens intellectual, Darm­stadt 21958.



[11] ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Περί διαφόρων απόρων, Migne P.G. 90, 364B.

[12] Ιωαν. 3, 18-19

[13] «Οδοί δύο εισί, μία της ζωης και μία του θανάτου [...] η μεν ουν οδός της ζωής εστιν αύτη· πρώτον, αγαπήσεις τον θεόν [...], δεύτερον, τον πλησίον σου ως σεαυτόν»: Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων, 1. 1, 2.

[14] Περί διαφόρων απόρων, Migne P.G. 90, 413B.

[15] Για μια από αυτές τις εκδηλώσεις της σύγχρονης ζωής, συγκεκρι­μένα για τον ερωτισμό που κυριαρχεί στη λογοτεχνία, γράφει χαρακτηριστι­κά ο Alberto MORAVIA: «Ο ερωτισμός που χαρακτηρίζει τη μοντέρνα λογο­τεχνία έχει μια εντελώς δική του μορφή, που δεν μοιάζει με καμιά προηγού­μενη και, πολύ περισσότερο, δεν μοιάζει καθόλου με τον ερωτισμό της πα­γανιστικής λογοτεχνίας. Γιατί, ενώ αυτή η δεύτερη κλείνει μέσα της όλο τον αυθορμητισμό και την αθωότητα μιας πράξης φυσιολογικής και όχι αξιοκατάκριτης, στην οποία δεν έχει εισχωρήσει ακόμα το μικρόβιο της χριστιανι­κής αμαρτίας, η μοντέρνα λογοτεχνία δεσμεύεται στην έκφραση της από τη χριστιανική εμπειρία και τις προκαταλήψεις της. Και ο αγώνας ακριβώς της νεότερης λογοτεχνίας εντοπίζει την προσπάθεια του στην απελευθέρωση από τα χριστιανικά ταμπού και τις υποκριτικές απαγορεύσεις της 'Ηθικής. Γι’ αυτό και η ελευθερία αυτή δεν μπορεί ποτέ να έχει την τεράστια δύναμη μιας υποσυνείδητης κατάστασης, αλλά περιέχει οπωσδήποτε την επίγνωση μιας επανακατάκτησης. Σαν κάτι που το είχαμε χαμένο και το ξαναβρίσκουμε»: L’ homme. Paris (Flamarion) 1965, σελ. 322 (: L' érotisme en littérature).

[16] Ιωάν. 11, 52.

[17] Τα ευρεθέντα ασκητικά, Λόγος ΠΓ', Αθήναι, (εκδ. Σπανού), σελ. 319.

[18] Κλίμαξ, Λόγος ΚΗ΄, § λ, ἔκδοσις Κωνσταντινουπόλεως 1883, σελ. 101.

[19] Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, § ια΄, ἔκδοσις Κωνσταντινουπόλεως 1883, σελ. 125.

[20] Περί θείων ονομάτων, Migne P.G. 3, 720C.

[21] Κλίμαξ, Λόγος Ε΄, § στ΄, ἔκδοσις Κωνσταντινουπόλεως 1883, σελ. 57.

[22] Δόκτωο Ζιβάγκο, ελλην. μετάφραση: Σ. Πρωτοπαπά, Αθήναι 1964, σελ. 405-406.

[23] Κεφάλαια περί αγάπης, Β΄, λθ΄, Migne P.G. 90, 997A.

[24] Έγκλημα και τιμωρία, Α, ΙΙ.

ΠΗΓΗ: http://www.enoriako.info

Μείζων αθανασίας ανάστασις

Για ζωή μετά τον θάνατο μιλάνε όλες σχεδόν οι θρησκείες. Θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς ότι εκφράζουν τη φυσική αποστρο­φή του ανθρώπου για τον θάνατο, τον τρόμο της φύσης μας μπροστά στην απειλή της ανυπαρξίας.

Όμως το ενδεχόμενο να παρατείνεται η υπαρξή μας και μετά τη διάλυση του υλικού μας σώματος απαντάει ικανοποιητικά στην αγωνία για τον θάνατο, αναιρεί τον φόβο της ανυπαρξίας; Είναι η ύπαρξη καθεαυτή μια βιωματική αυταξία για τον άνθρωπο, είναι πάντοτε και με οποιεσδήποτε συνθήκες προτιμότερη η ύπαρ­ξη από την ανυπαρξία; Η εμπειρία βεβαιώνει μάλλον το αντίθετο: Όταν συνειδητοποιεί κανείς το ενδεχόμενο να συνεχίσει να υπάρχει, έ­στω πανευτυχής, σε έναν ατέλειωτο χρόνο, σε διάρκεια δίχως πέρας και όριο, βιώνει εφιάλτη πανικού και ναυτίας. Ίσως είναι φιλανθρωπότερες κάποιες άπω ανατολικές δοξασίες που προδιαγράφουν τη διάλυση της αυτοσυνείδητης ύπαρξης μέσα σε μιαν ηδονική απρόσωπη «θεία» μακαριότητα.

Πάντως, ο πόθος για αθανασία μοιάζει πα­νανθρώπινο δεδομένο και η πλατωνική φιλο­σοφία πρόσφερε την πιο κατανοητή οντολογι­κή ερμηνεία για τη συνέχιση της ύπαρξης και μετά το θάνατο. Μίλησε για το διφυές της ανθρώπινης ύπαρξης, για δύο πραγματικότητες (ουσίες) που απαρτίζουν τον άνθρωπο - την υ­λική σωματική του πραγματικότητα, που είναι φθαρτή, εφήμερη, θνητή, και την ψυχή που είναι αθάνατη, γιατί είναι ομοιότατη με τους θεούς, πραγματικότητα νοητή, μονοειδής, αδιάλυτη, διηνεκώς αμετάβλητη. Στην αρχαιοελληνική αντίληψη, πριν και από τους θεούς υπάρχει μια δεδομένη και ανερμή­νευτη λογικότητα που καθορίζει τον τρόπο του συνολικά υπαρκτού. Αυ­τή επιβάλλει να υπάρχει Θεός ως «πρώτο κι­νούν», νοητό και αθάνα­το, αφού αθάνατος και λογικός είναι ο κόσμος, με εναρμονισμένες τις δυνάμεις που τον συ­γκροτούν και που τις προσωποποιούσαν τότε σε θεότητες. Ο Θεός εί­ναι υποχρεωμένος να εί­ναι αυτό που είναι, το ε­πιβάλει η λογικότητα του κόσμου. Εχει υπο­χρεωτική αθανασία και το ίδιο (λογικά υποχρε­ωτική) είναι η αθανασία της λογικής ψυχής του ανθρώπου. Στην οντολογική αυτή προοπτική δεν υπάρχει περιθώριο για το απροσδόκητο και την ελευθερία, την υπαρκτική αυτεξουσιότητα και τη δημιουργική ετερότητα. Ο κόσμος, ο Θεος και η ψυχή δεν μπορούν να έχουν στόχο, μπορούν μόνο να είναι. Η χριστιανική εμπειρία απέρριψε απερίφραστα την αρχαιοελληνική ο­ντολογία. Στη δική της προοπτική τα πάντα εί­ναι προϊόν και γεγονός ελευθερίας, αλλιώς τίποτα δεν έχει νόημα. Οι προτάσεις της χριστιανικής οντολογίας διαρ­ρηγνύουν την αδιέξοδη κλειστότητα της ταύτισης του νοείν με το εί­ναι, εισάγουν ως τρόπο και οδό γνώσης την ε­μπειρική δυνατότητα ελευθερίας της σχέσης. Ο άνθρωπος γνωρίζει τον Θεό, το νόημα της ύπαρξης και του κόσμου, όχι επειδή έχει νου ως «ψυχής όργα­νον», αλλά επειδή έχει τη δυνατότητα της σχέσης, δυνατότητα να «εξίσταται» (να ίσταται έξω) από τις αναγκαιότητες της φύσης, να υπάρχει με τον τρό­πο ελευθερίας από τη φύση, τον τρόπο της σχέσης.

Η ύπαρξη του ανθρώπου «γεννιέται στον τό­πο του Άλλου», στον τόπο μιας κλήσης – σε σχέση, κλήσης που τον συνιστά ως υπόσταση υπαρκτικής δυνατότητας σχέσης. Είναι ελεύθερος να πραγματώσει την ύπαρξη του ως ελευ­θερία σχέσης ή ως εμμονή στην αυτονομία της φύσης του, που είναι όμως περάτη και θνητή. Τα υπαρκτικά ενδεχόμενα για τον άνθρωπο δεν είναι ο θάνατος ή η αθανασία (σαν χρονική επ' άπειρον παράταση της ύπαρξης), αλλά η υπο­ταγή στη φύση (και στη χρονικότητα) ή η ελευ­θερία από τη φύση (και από το χρόνο, το χώρο, τη φθορά, τον θάνατο).

Στο ιστορικό πρόσωπο του Χριστού η εκκλη­σιαστική εμπειρία γνωρίζει τον Θεό όχι ως ύ­παρξη υποκείμενη στις λογικές προδιαγραφές της δικής του άγνωστης εμπειρικά ουσίας, αλ­λά ως πρόσωπο ελεύθερο από όλους τους προσδιορισμούς που δηλώνουν σε μας το υπαρκτό. Αν με τη νόηση μας πρέπει να κατατάξουμε τον Θεό στα όντα ή στα μη-όντα, είμαστε πιο κοντά στην πραγματικότητα του αν πούμε ότι ανήκει στα μη-όντα αφού δεν είναι της ίδιας τάξης με κανένα από τα όντα. Το «είναι» του Θεού το συ­νιστά η ελευθερία του από κάθε ενδεχόμενο ύπαρξης ή ανυπαρξίας, ελευθερία που πραγμα­τώνεται υποστατικά στην αγάπη, δηλαδή στη «γέννηση» του Υιού και στην «εκπόρευση» του Πνεύματος. Μόνο με τη λέξη Πατήρ μπορεί να δηλωθεί αυτή η προσωπική παρουσία που ως αγάπη συνιστά ελευθερία από κάθε αναγκαιό­τητα τού είναι και του μη είναι.

Το ιστορικό πρόσωπο του Χριστού αποκαλύ­πτει στον άνθρωπο τη σχέση του Υιού προς τον Πατέρα, δηλαδή τον τρόπο της αγάπης που μπορεί να πραγματώνει τη θεία ύπαρξη ως ελευθερία και από τη θειότητά της - ως προσω­πική ύπαρξη ενυπόστατη στην κτιστή ανθρώ­πινη φύση. Η υπαρκτική ελευθερία που φανε­ρώνεται στην ενανθρώπιση του Υιού καταργεί τον θάνατο, γιατί τον μεταβάλλει σε σχέση με τον Πατέρα, σε αυτοπαράδοση στην αγάπη του Πατρός. Ο κάθε άνθρωπος που θα θελήσει να υ­πάρχει με τον τρόπο της σχέσης (τον τρόπο του Υιού, τον τρόπο της αγάπης) και όχι με τον τρό­πο της φύσης, ενεργοποιεί την προσωπική του υπόσταση: την υπόσταση ύπαρξης που του πα­ρέχει η δυνατότητα ανταπόκρισης στην κλήση του από τον Θεό για αμεσότητα σχέσης - η δη­μιουργία του «κατ' εικόνα» του Υιού.

Η Εκκλησία γιορτάζει την Ανάσταση του Χρι­στού όχι σαν εχέγγυο αθανασίας του ανθρώ­που, χρονικής επ' άπειρον παράτασης του τρό­που με τον οποίο υπάρχουμε στην «κλειστότη­τα» της κτιστής φύσης μας. Γιορτάζει την Ανά­σταση η Εκκλησία ως θρίαμβο της δυνατότητας να μετέχει και ο άνθρωπος σε εκείνη την «ποιότητα» ή τον τρόπο του είναι που συνιστά η υιοθεσία μας από τον Πατέρα. Τρόπο ελευθερίας από τη χρονικότητα και την περατότητα, από την ύπαρξη και τη μη ύπαρξη - τρόπο που σημαίνεται «ως δι' εσόπτρου εν αινίγματι» στην εμπειρία της ερωτικής αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς, στο «υπέρ φύσιν» άθλημα της αγάπης.

Πάσχα - πέρασμα από τη θνητότητα στην α­νάσταση, στην απαρχή «άλλης βιοτής», στο «περισσόν της ζωής».

ΠΗΓΗ: http://www.enoriako.info

Η Πίστη

Στη συνείδηση των περισσοτέρων ανυρωπων σήμερα η λέξη πίστη έχει ένα πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο: Σημαίνει την ανεξέταστη αποδοχή άρχων και αξιωμά­των, τη συγκατάθεση σε μια θεωρία ή διδαχή που παραμένει αναπόδεικτη. Πιστεύω σε κάτι, πάει να πει ότι το αποδέχομαι, έστω κι αν δεν το καταλαβαίνω. Σκύβω το κεφάλι και υποτάσσομαι σε μιαν αυθεντία, που δεν είναι πάντοτε θρησκευτική, αλλά μπορεί να είναι και ιδεολο­γική ή πολιτική. Συχνά κάτω από τον κοινό μανδύα της πίστης καλύπτονται εξίσου και η θρησκευτική αφοσίωση και η ιδεολογική πειθαρχία και η κομματική υποταγή. Έχει καθιερωθεί και ένα σύνθημα άγνωστης προέλευσης, που πολλοί το θεωρούν ως πεμπτουσία της μεταφυσικής, ενώ δεν είναι παρά η προϋπόθεση κάθε ολοκληρωτισμού: «Πίστευε και μη ερεύνα»!

Πρέπει να πούμε απερίφραστα ότι μια τέτοια εκδο­χή της πίστης δεν έχει καμιά σχέση με το νόημα που έδωσε στη λεξη η ιουδαιοχριστιανική τουλάχιστον παρά­δοση. Στα πλαίσια αυτής της παράδοσης η πίστη λει­τουργεί πολύ περισσότερο με το περιεχόμενο που δια­τηρεί ακόμα σήμερα η λέξη στο εμπόριο και στην αγορά, παρά με την έννοια που της αποδίδουν οι ιδεολογικά στρατευμένοι.

Πραγματικά, όταν μιλάμε στο εμπόριο για πίστη, εννοούμε ακόμα σήμερα την εμπιστοσύνη που εμπνέει στους κύκλους της αγοράς ένας έμπορος. Όλοι τον ξέρουν, ξέρουν τον τρόπο και το ήθος των συναλλαγών του, τη συνέπεια του στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων του. Αν ποτέ αναγκασθεί να ζητήσει χρήματα, θα βρει αμέσως δανειστή, ίσως και χωρίς απόδειξη για τα χρή­ματα που θα πάρει, γιατί το πρόσωπο του και ο λόγος του αρκούν σαν εχέγγυο.

Με τον ίδιο αυτόν τρόπο του εμπορίου και της αγοράς λειτουργεί η πίστη και στα πλαίσια της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης. Και εδώ το αντικείμενο της πίστης δεν είναι αφηρημένες ιδέες που αντλούν το κύρος τους από κάποια αλάθητη αυθεντία. Αντικείμενο της πίστης είναι συγκεκριμένα πρόσωπα, που καλείσαι να τα εμπιστευθείς στα πλαίσια μιας άμεσης εμπειρικής σχέσης.

Και πιο συγκεκριμένα: Αν πιστεύεις στο Θεό, δεν το κάνεις επειδή κάποιες θεωρητικές αρχές στο υπαγο­ρεύουν ή κάποιος ιδρυματικός θεσμός σού εγγυάται την ύπαρξη του. Τον πιστεύεις, γιατί το πρόσωπο του, η προσωπική ύπαρξη του Θεού, σου γεννάει εμπιστοσύνη. Τα έργα του και η ιστορική του «πράξη» -οι παρεμβολές του μέσα στην Ιστορία- σε κάνουν να θέλεις μια σχέση μαζί του.

Βέβαια, η σχέση που θεμελιώνει την πίστη, μπορεί να είναι άμεση, μπορεί όμως να είναι και έμμεση σχέση. Όπως και με ένα ανθρώπινο πρόσωπο: Πιστεύω σε κάποιον, τον εμπιστεύομαι, όταν τον έχω συναντήσει, τον γνωρίζω, σχετίζομαι άμεσα μαζί του. Αλλά πι­στεύω και σε κάποιον που δεν τον γνωρίζω προσωπικά, όταν οι μαρτυρίες έμπιστων σε μένα ανθρώπων εγγυώνται την αξιοπιστία του. Όπως πιστεύω σε ένα καλλιτέχνη που ποτέ δεν γνώρισα, όταν το ίδιο το έργο του γεννάει μέσα μου εμπιστοσύνη και θαυμασμό για το πρόσωπο του.

Υπάρχουν λοιπόν βαθμίδες στην πίστη -προχωράει κανείς από λιγότερη σε περισσότερη πίστη. Και αυτή η πρόοδος μοιάζει να είναι μια ατέλειωτη πορεία. Όσο ολοκληρωμένη κι αν εμφανίζεται μια πίστη, υπάρχουν πάντοτε περιθώρια αύξησης και ωριμότητας. Είναι μια δυναμική, πάντοτε «ατέλεστη τελειότητα». Σχηματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι ξεκινάει με την εμπιστο­σύνη στη φήμη ενός προσώπου. Προχωρεί στη γνωριμία με το έργο και την πολιτεία του. Γίνεται άμεση βεβαιότητα, όταν υπάρξει προσωπική συνάντηση, αναστροφή, απευθείας σχέση. Από απλή εμπιστοσύνη μεταμορφώ­νεται σε απόλυτη παράδοση του εαυτού μας, σε αφειδώλευτη αυτοπροσφορά, όταν γεννηθεί αγάπη ανάμεσα μας και έρωτας. Και στον αληθινό έρωτα, όσο περισσότερο αγαπώ τόσο περισσότερο γνωρίζω τον άλλο, και πι­στεύω σ’ αυτόν και παραδίδομαι στην αγάπη του. Ούτε έχει τέλος ποτέ η αληθινή ερωτική πίστη και αφοσίωση, αλλά είναι μια αδιάκοπη έκπληξη «ανακαλύψεων» του άλλου, μια πάντοτε αξεδίψαστη σπουδή της μοναδικό­τητας του προσώπου του.

Έτσι και η πίστη στο Θεό. Μπορεί να αρχίσει με μόνη την εμπιστοσύνη στη μαρτυρία των ανθρώπων που τον γνώρισαν και τον αναστράφηκαν και αξιώθηκαν τη θέα του Προσώπου του. Εμπιστοσύνη στη μαρτυρία της εμπειρίας των προπατόρων, των άγιων, των προφητών, των Αποστόλων. Μπορεί να προχωρήσει στη σπουδή της αγάπης που φανερώνουν τα έργα του, οι παρεμβολές των αποκαλύψεων του μέσα στην Ιστορία, ο λόγος του που μας χειραγωγεί στην αλήθεια. Και μεταμορφώνεται η πίστη σε άμεση βεβαιότητα και παράδοση του εαυτου μας στην αγάπη του, όταν αξιωθούμε να γνωρίσουμε το Πρόσωπο του, το άκτιστο κάλλος του φωτός της δόξας του. Τότε ο «θείος έρως» που γεννιέται μέσα μας είναι μια δυναμική μεταμορφώσεων της πίστης «από δόξης εις δόξαν» (2 Κορ. 13, 18), μια αδιάκοπη έκπληξη αποκαλύ­ψεων που καταργεί το χρόνο.

Σε οποιαδήποτε βαθμίδα ή στάδιο, η πίστη είναι γεγονός και εμπειρία σχέσης –ένας δρόμος ριζικά διαφορετικός από τη νοητική βεβαιότητα και την «αντικειμενική» γνώση. Αν θέλουμε να γνωρίσουμε τον Θεό της βιβλικής παράδοσης, τον Θεό της Εκκλησίας, πρέπει να τον αναζητήσουμε από το σωστό δρόμο, το δρόμο της πίστης. Οι λογικές «αποδείξεις» για την ύπαρξη του, τα αντικειμενικά επιχειρήματα της Απολογητικής, η ιστο­ρική αξιοπιστία των πηγών της χριστιανικής παράδοσης, μπορούν να είναι χρήσιμα βοηθήματα για να γεννηθεί μέσα μας η ανάγκη της πίστης. Αλλά στην πίστη δεν οδηγούν, ούτε μπορούν να την υποκαταστήσουν.

Όταν η Εκκλησία μάς καλεί στην αλήθεια της, δεν μας προτείνει κάποιες θεωρητικές θέσεις που πρέπει καταρχήν να αποδεχθούμε. Μας καλεί σε μια προσωπική σχέση, σε ένα τρόπο ζωής που συνιστά σχέση με τον Θεό ή οδηγεί προοδευτικά και βιωματικά στη σχέση, μαζί του. Αυτός ο τρόπος μεταμορφώνει τη σύνολη ζωή από ατο­μική επιβίωση σε γεγονός κοινωνίας. Η Εκκλησία είναι ένα σώμα κοινωνίας, όπου τα μέλη ζουν όχι το καθένα για τον εαυτό του, αλλά το καθένα σε οργανική ενότητα αγάπης με τα υπόλοιπα μέλη και την κεφαλή του σώμα­τος, τον Χριστό. Πιστεύω στην αλήθεια της Εκκλησίας, σημαίνει ότι δέχομαι να ενταχθώ στο «σύνδεσμο της αγάπης» που τη συνιστά, εμπιστεύομαι στην αγάπη των άγιων και του Θεού, και αυτοί με δέχονται με πίστη-εμπιστοσύνη στο πρόσωπο μου.

Φτάνουμε στον Θεό μέσα από ένα τρόπο ζωής, όχι μέσα από ένα τρόπο σκέψης. Τρόπος της ζωής είναι κάθε οργανική λειτουργία αύξησης και ωριμότητας -είναι ο τρόπος λ.χ. που συγκροτεί τη σχέση με τη μητέρα και τον πατέρα μας. Από το θηλασμό και το χάδι και τη στοργή και φροντίδα, ως τη συνειδητή κοινωνία και αποδοχή της αγάπης τους, βλασταίνει σιωπηλά κι ανε­παίσθητα στην ψυχή του παιδιού η πίστη στη μητέρα και τον πατέρα του. Δεν χρειάζεται λογικές αποδείξεις ή θεωρητικές κατοχυρώσεις αυτός ο δεσμός, παρά μόνο αν διαταραχθεί η ίδια η σχέση. Μόνο τότε την πραγματικότητα της ζωής προσπαθούν να υποκαταστήσουν τα επιχειρήματα της σκέψης.

ΠΗΓΗ: http://www.enoriako.info

Eπικαιρικά επώδυνα

Tου Xρηστου Γιανναρα

Hμεγάλη για τη χριστιανική εμπειρία και μαρτυρία Eβδομάδα που αρχίζει σήμερα, συγκεφαλαιώνει σε λειτουργικά δρώμενα μια κλήση-πρόκληση: Nα εντοπίσουμε, ούτε λίγο ούτε πολύ, την Aιτιώδη Aρχή του υπαρκτού, των φαινομένων και των νοουμένων. (Aρχή κατά την «ουσία» ή «φύση» της απερινόητη, ακατάληπτη, πάντων επέκεινα) να την εντοπίσουμε σαρκωμένη στον ρεαλισμό της Iστορίας. Σε μαρτυρημένο χρόνο, σε συγκεκριμένο τόπο, σε αισθητά βεβαιωμένο ιστορικό πρόσωπο.

H επαλήθευση του ενδεχομένου αποκλείεται να πειθαρχήσει σε μεθόδους συλλογιστικής αποδεικτικής, να κατακτηθεί με την παρατήρηση, το πείραμα, τη μαθηματική συμβολική. O τρόπος της λογικής μας είναι δεδομένος, αποκλείει να συμπεριλαμβάνεται η Aιτιώδης Aρχή στα (αιτιατά) αποτελέσματά της τα προσιτά στην επιστημονική μας διερεύνηση.

Aυτό δεν σημαίνει ότι τα λειτουργικά δρώμενα αυτής της εβδομάδας καλούν οπωσδήποτε σε ψευδαισθήσεις, σε παραίτηση από τη λογική. Yπάρχουν πτυχές ακόμα και της φυσικής πραγματικότητας (όχι μόνο της μεταφυσικής) που δεν επαληθεύονται απαραίτητα με τις μεθόδους των «θετικών» επιστημών μας. H πρόταση για εντοπισμό της Aιτίας των πάντων σε αισθητά βεβαιωμένο ιστορικό πρόσωπο προκύπτει από την εμπειρία ενός τρόπου σχέσης με την πραγματικότητα. Oχι νοητικής αιτιολόγησης, ψυχολογικής ερμηνείας, αναγκαίας πιθανολόγησης, αλλά σχέσης: τρόπου να σχετίζεται ο άνθρωπος με την πραγματικότητα. Σε δεδομένο ζωγραφικό πίνακα κάποιος βλέπει μόνο το ξύλινο τελάρο, τον μουσαμά και τα χρώματα. Mόνο αυτό. Aλλος, στον ίδιο πίνακα, βλέπει λόγο μοναδικό, ανόμοιο και ανεπανάληπτο, συναντάει το πρόσωπο του ζωγράφου.

Aυτός ο δεύτερος τρόπος, που ανακαλύπτει το πρόσωπο πίσω από το ενέργημα, δεν διδάσκεται, δεν κηρύσσεται, δεν μπορεί να υποκατασταθεί από ιδεολογήματα και «πεποιθήσεις». Δεν φτάνει κανείς ποτέ στον έρωτα «δι’ αλληλογραφίας», φτάνει μόνο σε ψυχολογικά υποκατάστατα του έρωτα, σε φαντασιωτικές ψευδαισθήσεις. Kάποιες πραγματικότητες ζωής τις γνωρίζουμε μόνο έμπρακτα, μόνο με ολόκληρη (σωματική και ψυχική) μετοχή σε αμεσότητα πράξης.

H πρόσβαση στην κλήση-πρόκληση της Mεγάλης Eβδομάδας είναι συνάρτηση της καλλιέργειας του ανθρώπου, έχει σχέση με αξιολογήσεις και ιεραρχήσεις προτεραιοτήτων και ποιοτήτων. Δεν κατορθώνεται η πρόσβαση χωρίς να προϋπάρχει τεταμένη ευαισθησία, χωρίς να έχει αφομοιωθεί η σύνδεση του κάλλους με την αλήθεια, χωρίς διακινδύνευση πίστης - εμπιστοσύνης για να βυθομετρηθεί ο θάνατος. Kαι πριν από όλα, προϋποθέτει η πρόσβαση ετοιμότητα παραίτησης από το εγώ, αυταπάρνηση αληθινά ερωτική.

Σήμερα, που ο ατομοκεντρισμός και η χρησιμοθηρία έχουν διαβρώσει τον τρόπο του βίου και τα αντανακλαστικά μας η πρόταση που συγκροτούν τα λειτουργικά δρώμενα της Mεγάλης Eβδομάδας είναι καταδικασμένη στο περιθώριο. Mια ελάχιστη κοινωνική μειονότητα έχει πια πρόσβαση στον αποκαλυπτικό χαρακτήρα (στη γνωστική δυναμική) των δρωμένων. H μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων δεν ενοχλείται από τον αδρανή βυθισμό της σε αφελή στερότυπα, σε θρησκευτικές ή «προοδευτικές» προκαταλήψεις έσχατης απαιδευσίας και αδαημοσύνης.

Aκρως οδυνηρό ότι στην ελάχιστη μειονότητα που μπορεί να ξεχωρίσει την Eκκλησία από τη φυσική θρησκεία (το υπαρκτικό γεγονός από το ψυχολόγημα) δεν ανήκουν οπωσδήποτε οι τιτλούχοι εκπρόσωποι της εκκλησιαστικής εμπειρίας και μαρτυρίας. Σε πολύ μεγάλο ποσοστό οι δρώντες, τα δρώμενα της Mεγάλης Eβδομάδας μιλάνε,κηρύττουν, διαγγέλλουν αγνοώντας τα όσα οι ίδιοι τις μέρες αυτές εκφωνούν και ψάλλουν: την ιλιγγιώδη θεολογία των Kανόνων Kοσμά του Mαϊουμά και Iωάννη του Δαμασκηνού, τον εκπληκτικό μεταφυσικό ρεαλισμό Kαθισμάτων, Tριωδίων και Tετραωδίων ποιητικών συνθέσεων από ανώνυμους χαρισματικούς υμνωδούς, την οντολογία που μεταγράφουν σε μελωδήματα Kοντακίων, Aντιφώνων, Στιχηρών Pωμανός ο Mελωδός, Kασιανή η μοναχή, Σωφρόνιος Πατριάρχης Iεροσολύμων.

O σημερινός (κρίμασιν οις οίδε Kύριος) Πατριάρχης Iεροσολύμων ερμήνευσε τις προάλλες την αποστολή του και τον ρόλο του με την ακόλουθη κατά γράμμα ρητορική: «H γεραρά Aγιοταφική Aδελφότης, τα μέλη της οποίας εισί τέκνα της φιλτάτης ημών Πατρίδος (Eλλάδος), γαλουχηθέντα εν τοις κόλποις της Eκκλησίας της Eλλάδος, ελθόντα δ’ ακολούθως εις την κοιτίδα και το κέντρον της Oρθοδοξίας και του Γένους, αίρουσιν ως Σίμωνες Kυρηναίοι τον Σταυρόν του Eθνους και της κατ’ Aνατολάς Oρθοδόξου Eκκλησίας και ίστανται ες αεί αντάξιοι της υψηλής και εθνικής αυτών αποστολής».

Aκόμα και στον βυθό έσχατης παρακμής η καταγγελία μπορεί να διασώζει τουλάχιστον τη διάκριση της αλλοτρίωσης από τη γνησιότητα. Eστω και ένας μόνο ασυμβίβαστος με την παρακμή Eπίσκοπος, έστω ένας και μόνο εύτολμος μοναχός να θυμίσει στον θλιβερό Πατριάρχη ότι σπέρνει απόγνωση και αποτροπιασμό όταν από το ύψος τέτοιου αξιώματος μιλάει σαν υπαλληλίσκος του ελλαδικού υπουργείου Eξωτερικών ή της EYΠ. Oτι δεν κατεστάθη Πατριάρχης ο ανεκδιήγητος για να προασπίσει εθνικά οράματα ή να υπηρετήσει μιαν ουσιαστικά ανύπαρκτη εκεί εθνική μειονότητα. Tο ποίμνιό του είναι ένας λαός που αυτήν την ώρα σφαγιάζεται ανελέητα μέσα στη φρίκη του μεγεθυμένου Aουσιβτς των Iσραηλινών Nεοναζί. Kαι αυτό το πραγματικό του ποίμνιο ακούει τον δήθεν «πατέρα» και «ποιμένα» του να διακηρύττει ότι βρίσκεται εκεί για ελλαδική εθνική αποστολή!

Προτού να είναι θύματα «ολοκαυτώματος» από τους Iσραηλινούς οι Παλαιστίνιοι έγιναν και θύματα, τουλάχιστον οι Oρθόδοξοι, του ελλαδικού παρακμιακού εθνικισμού. Aς μην καυχώμαστε για τον εθνικισμό μας. Mας έχει αποκόψει ακόμα και από την σημαντική της Mεγάλης Eβδομάδας.

ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"