Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

"ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ" ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Δεν είναι δύσκολο να θέσουμε ένα σκάφος στην ανακριτική διάθεση μας. Η τεχνολογία μάς δίνει τη δυνατότητα να το ζυγίσουμε, να το αποσυνθέσουμε, να ξεχωρίσουμε κυκλώπειες λαμαρίνες και δυσδιάκριτες βιδούλες, μέχρι και να ανιχνεύσουμε τη μοριακή σύσταση καθενός από τα εξαρτήματα του. Μπορούμε δηλαδή να εξετάσουμε το σκάφος «καθ' εαυτό» / από μόνο του και δικαίως να κομπάσουμε για την ολοκληρωμένη γνώση που θα αποθησαυρίσουμε. Αυτό όμως που δεν θα εκμαιεύσουμε με τον τρόπο αυτό, είναι η ρότα του. Τον προορισμό του, τον Πειραιά ή το Πουέρτο Ρίκο, δεν θα τον βρούμε στο σκάφος καθ' εαυτό. Απλώς τα όργανα πλοήγησης, αφού διακονούν και αποτυπώνουν κάποια απόφαση πλεύσης προς τον προορισμό, μπορούν να μας υποψιάσουν ότι η αλήθεια του καραβιού δεν εξαντλείται στα συστατικά του, αλλά έχει να κάνει με τον προσανατολισμό του προς κάτι Άλλο απ' αυτό που είναι το καράβι.

Αυτό το Άλλο δίνει νόημα στην ύπαρξη του σκάφους και διαφοροποιεί τις κινήσεις του σκάφους από τις περιδινήσεις φελλού που απλώς επιπλέει πάνω στο κύμα. Δεν ξέρω αν έχει σχέση με τούτο ο υποτιμητικός χαρακτηρισμός κάποιου ως «φελλού» στην καθημερινή γλώσσα, αλλά δε μοιάζει καθόλου αταίριαστο. Όντως, αυτό που δίνει στην ανθρώπινη βιοτή νόημα και την κάνει να είναι ζωή κι όχι απλώς επιβίωση, είναι η ύπαρξη, ο προσδιορισμός, η αποδοχή ενός Άλλου. Μπορεί να είναι το όραμα για μια καλύτερη κοινωνία ή η προσπάθεια κοινωνίας με τον Θεό, η μανία για απόκτηση ισχύος ή ο πόθος για λύτρωση από τον πόνο κ.ο.κ. Σε κάθε περίπτωση, το Άλλο είναι κάτι το οποίο δεν ταυτίζεται απολύτως με το παρόν, με την παρούσα κατάσταση μας ή τον παρόντα εαυτό μας. Μπορεί να αφορά κάτι οντολογικά διαφορετικό από τον κόσμο (όπως π.χ. ο Θεός του Χριστιανισμού) ή να είναι εντελώς εγκόσμιο (π.χ. η παγκόσμια επικράτηση της ειρήνης), πάντα ωστόσο κάτι που εμπνέει τη ζωή και τη δράση. Υπ' αυτή την έννοια, η σχέση προς το Άλλο μπορεί να ονομαστεί Ιδεολογία, μπορεί να ονομαστεί και Θρησκεία.

Όσο πιο γενικόλογα και αφηρημένα μιλάμε, τόσο δυσκολότερα θα διακρίνουμε μεταξύ αυτών των δύο μεγεθών. Το να πει κανείς ότι η Ιδεολογία καυχάται για την κατασκευή της από τον άνθρωπο (και άρα προϋποθέτει την κριτική σκέψη), ενώ η Θρησκεία για την αποκάλυψη της από κάποιον Θεό (και άρα αξιώνει την ανεπιφύλακτη αποδοχή), είναι τουλάχιστον ανεπαρκές. Ο Ινδουισμός των Ουπανισάδων όχι μόνο δεν αυτοχαρακτηρίζεται αποκάλυψη, αλλά ούτε καν ασχολείται με τη δράση κάποιου θεού. Ο Φερνάντεθ Ντε Λα Μόρα, από την άλλη, κατήγγειλε τις ιδεολογίες ως αντίποδα της αυθεντικής σκέψης και καλωσόρισε την κοινωνική ανάπτυξη ως νεκροθάφτη τους (1) , ενώ αντιθέτως ο Νορμπερτο Μπόμπιο αφαίρεσε το φτυάρι από τα χέρια της ανάπτυξης και κατέδειξε ότι κι αυτή είναι μια ιδεολογία (2) . Ο Έριχ Φρομ χαρακτήρισε θρησκεία κάθε τι που εμπνέει προσανατολισμό και αφοσίωση (ακόμα κι αν πρόκειται για ιδεολογία, πολιτικό κόμμα ή αθεΐα) (3) και ο Ερνστ Κασίρερ μάς εγκατέσπειρε την υποψία ότι ο σύγχρονος ορθολογικός πολιτισμός ουδόλως στερείται θρησκευτική προσήλωση σε μύθους (4) .

Όλα αυτά τα αναφέραμε εντελώς ενδεικτικά, για να σημειώσουμε πόσο ανεπαρκές είναι να οχυρωθεί κανείς πίσω από ταμπέλες για να προβεί σε αξιολογήσεις (5) . Μέσα στην ιστορική πραγματικότητα καμιά ταμπέλα δε λειτουργεί σαν κολυμπήθρα του Σιλωάμ. Δεν αρκεί να δηλώνεις ιδεολόγος για να εξοστρακίσεις τη θρησκοληψία, ούτε αρκεί να δηλώνεις πιστός για να ξορκίσεις τις ιδεοληψίες. Ανεξάρτητα από τον όποιο αυτοχαρακτηρισμό του, το καράβι μπορεί να κατευθύνεται είτε στην αγκαλιά των Φαιάκων είτε, αντιθέτως, στα σαγόνια των Λαιστρυγόνων. Ο καπετάνιος μπορεί να εμπνέεται από τον μισάνθρωπο ρεαλισμό του κάπταιν Νέμο ή από τη φιλάνθρωπη φαντασίωση του Πήτερ Παν. Ακριβώς επειδή, όπως είπαμε, το Άλλο πάει πέρα από τα «συνθετικά» ή το παρόν σου, η επιλογή του κλώθεται από την αυθαιρεσία της ανθρώπινης ελευθερίας: σχοινοβατεί μεταξύ ξύπνου και ονείρου, εμπειρίας και φαντασίωσης, αλήθειας και φενάκης. Εδώ είναι που η ιστορία αναδεικνύεται σε πεδίο πάλης ιδεών και προτάσεων ζωής. Στα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης η εγκόλπωση της μιας ή της άλλης ρότας ως της αληθούς ρότας συνήθως δεν γίνεται σαν εφαρμογή συνταγής, αλλά ως κίνηση εμπιστοσύνης. Αυτό λοιπόν που μπορεί να κάνει στο παρόν κανείς, είναι να ανοίξει τα χαρτιά του για να δείξει ποια είναι η ρότα του, ποιες οι αξιώσεις της και ποιες οι αντοχές της. Να διαλεχθεί δηλαδή δίνοντας μαρτυρία γι' αυτό που ζει και γι' αυτό που φρονεί.

Αυτό λοιπόν που χρειάζεται να ψηλαφίσει σήμερα η συζήτηση είναι πώς το όραμα γίνεται εφιάλτης και πώς αυτό που φαίνεται ως επιλογή του ανθρώπου καταντά επιβολή πάνω στον άνθρωπο. Από δω και πέρα ο λόγος μας θα γίνει εξ ανάγκης πιο συγκεκριμένος. Αλλιώς κινδυνεύουμε να πέσουμε σε ακαταληψία, συγχέοντας ετερούσια κριτήρια και σαγηνευόμενοι από τον εντυπωσιασμό επιφανειακών ομοιοτήτων. Στο χώρο των θρησκειών η έννοια «σωτηρία» π.χ. - σε πείσμα όσων φρεναπατώνται ότι όλες οι θρησκείες είναι λίγο-πολύ το ίδιο πράγμα - κατανοείται υπό διαμετρικά αντίθετες οπτικές: ο Χριστιανισμός οραματίζεται λύτρωση του κόσμου από τη φθορά και τον θάνατο, απωανατολικές θρησκείες οραματίζονται λύτρωση του πνεύματος από τον κόσμο (6) , ενώ πάμπολλοι νεοέλληνες είτε κραδαίνουν με περηφάνεια ως χριστιανική πίστη τους το απωανατολικό όραμα είτε ξιφουλκούν κατά της χριστιανικής πίστης πεπεισμένοι ομοίως ότι αυτή συμπίπτει με το απωανατολικό όραμα. Ποιος είπε ότι η Βαβέλ βρίσκεται μακριά μας;

Ας αναφερθούμε λοιπόν συγκεκριμένα στον Χριστιανισμό, στην εσωτερική λογική του και σε στρεβλώσεις του, στην ακροβασία μεταξύ αυθεντικότητας και ιδεοληψίας. Περιοριζόμαστε σε δυο ενδεικτικά ζητήματα, το Τέλος και την Ηθική.

Ο Χριστιανισμός έχει Εσχατολογία. Πιστεύει δηλαδή ότι η ιστορία οδεύει προς ένα τελικό φτάσιμο: σ' αυτό που θεολογικά ονομάζεται Βασιλεία του Θεού. Όσο κι αν έρχεται ίσως σε αντίθεση προς τα Θρησκευτικά που διδάχτηκαν ως μαθητές οι περισσότεροι από τους σημερινούς σαραντάρηδες και πίσω, Βασιλεία δεν είναι η απαλλαγή της ψυχής από το σώμα και η αιώνια ασώματη ύπαρξη της, αλλά η ανακαίνιση τον σύμπαντος, η οριστική εξάλειψη του θανάτου και όλων των θανατερών δυνάμεων (αδικίας, ακοινωνησίας, πόνου κ.λ.π.). Πράγμα που σημαίνει ότι για τον Χριστιανισμό κακό, δεν είναι η ύλη, η ιστορία, ο κόσμος, αλλά η καθυπόταξή τους στη φθορά.

Προσδιοριζόμενη η Βασιλεία μ' αυτόν τον τρόπο, ρίχνει το φως της στο παρόν και παρέχει στον πιστό όραμα για δημιουργική δράση μέσα στην ιστορία, για αγώνα κατά της ανισότητας, της αδικίας, της εξαθλίωσης του ανθρωπίνου προσώπου. Ταυτόχρονα η τοποθέτηση της ιδεώδους και τελικής φάσης μετά την ιστορία και όχι μέσα σ' αυτήν εγγυάται την ελευθερία στην ιστορία και εμποδίζει την μεταλλαγή του οράματος σε εφιάλτη. Η ιστορία κατανοείται ως πορεία ανοιχτή στο μέλλον. Μέσα σ' αυτήν, η Εκκλησία (οφείλει να) έχει επίγνωση ότι είναι οδοιπόρος κι όχι καθεστώς. Αν όμως αντιθέτως η εσχατολογία συρθεί και τοποθετηθεί μέσα στην ιστορία, αν δηλαδή κάποια ενδοϊστορική φάση αναγορευθεί σε ιδεώδες και τελικό στάδιο της ιστορικής όδευσης, τότε ανοίγει ο δρόμος του ιδεολογικού ολοκληρωτισμού. Ο πιστός στρατεύεται για την επιβολή και τη διατήρηση αυτού του τέρματος με κάθε θυσία. Και αυτό που συνήθως θυσιάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η ελευθερία και η ετεροδοξία. Τέτοια είναι συνήθως η ιδεολογία διαφόρων «Χριστιανικών Αυτοκρατοριών», οι οποίες φρονούν ότι αποτελούν την επί γης Βασιλεία ή ότι μετά από μια ενδεχόμενη πτώση τους δεν θα συνεχιστεί η ιστορία αλλά θα έρθει η συντέλεια ή ότι συνιστούν τον περιούσιο λαό με την θεία εντολή να καθυποτάξει τους ανόμους. Τη ρωμαϊκή (μη χριστιανική) ιδεολογία περί «Αιώνιας Ρώμης» την αποδέχθηκε το Βυζάντιο και στη συνέχεια άλλοι επίδοξοι διάδοχοι του ρωμαϊκού μεγαλείου: οι Φράγκοι, οι Γερμανοί, οι Ρώσοι κ.λ.π. Το ιδεολόγημα ότι αν τυχόν καταστραφεί η Ρώμη θα διασαλευθούν τα θεμέλια του σύμπαντος, κρατιόταν ορθό παρά την πτώση της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης, παρά τον θάνατο του Καρλομάγνου και του Βαρβαρόσα κ.λ.π., με το ιδεολόγημα ότι δεν επρόκειτο αληθώς για πτώση της Αυτοκρατορίας, αλλά για μετακόμισή της ( translatio imperii ). Γι' αυτό άλλωστε η Κωνσταντινούπολη αυτοονομά-στηκε «Νέα Ρώμη», η Μόσχα «Τρίτη Ρώμη», η Γερμανική αυτοκρατορία «Αγία Ρωμαϊκή» κ.ο.κ. Την ασυμβατότητα αυτής της αυτοκρατορικής ιδεολογίας προς την αυθεντική χριστιανική εσχατολογία την υπενθύμιζε η φωνή της «ερήμου», ο μοναχισμός, ο οποίος εμφανίστηκε στις χριστιανικές κοινωνίες ως κίνημα διαμαρτυρίας για την εκκοσμίκευσή τους (όταν δεν υπέκυπτε κι ο ίδιος στην αυτοκρατορική γοητεία).

Τα ιδεολογήματα που βιάζουν και εκβιάζουν κατά τον προαναφερθέντα τρόπο την ιστορία τα συναντά κανείς σε πάμπολα σύγχρονα κινήματα που αυτό-προσδιορίζονται είτε ως πολιτικά είτε ως θρησκευτικά. Από τη μια δηλαδή συναντάμε ιδεολογικοπολιτικές βεβαιότητες περί τελικού σταδίου της κοινωνικής ανάπτυξης, και από την άλλη καταστροφικές λατρείες που με πράξεις μαζικής ή και τυφλής βίας προσπαθούν να επισπεύσουν την έλευση της συντέλειας. Είναι γνωστό ότι οι τεχνολογικές ανακαλύψεις του 18ου αιώνα και η βιομηχανική επανάσταση προικοδότησαν με τόση αισιοδοξία τον Διαφωτισμό, ώστε διακηρυγμένοι άθεοι πιστεύουν με τη μεταφυσικότερη ζέση ότι η ιστορία βαδίζει μόνο προς το καλύτερο, σαν τάχα μια θεία δύναμη να πηδαλιουχεί την ανθρωπότητα αναπότρεπτα προς την πρόοδο. Παρόμοια ιδεολογήματα όμως φαίνεται να στοιχειώνουν και θεο-λογοΰντες οι οποίοι εναγωνίως συνηγορούν υπέρ του «εκσυγχρονισμού» της Εκκλησίας, παραγνωρίζοντας ότι το αυθεντικότερο άνοιγμά της στο εκάστοτε παρόν το υπαγορεύει η πιστότητα στην εσχατολογική παράδοση της.

Από την άλλη, στους λεγόμενους χριστιανικούς λαούς που ζουν από αιώνες στην προαναφερθείσα διελκυστίνδα «αυτοκρατορίας» και «ερήμου», διαμορφώνεται μερικές φορές μια ιδιότυπη αυτοσυνειδησία: ο χριστιανικός πολιτισμός, τα εκκλησιαστικώς εμπνευσμένα έθιμα, η χριστιανικώς συγκροτηθείσα εθνικότητα (στοιχεία που αναμφίβολα προέκυψαν μέσα από σπουδαίες ιστορικές συνθέσεις) γίνονται δεκτά, χωρίς να θεωρείται αναγκαία η πίστη στον ίδιο τον Χριστό. Στην περίπτωση αυτή, ο Θεός ως αληθινό πρόσωπο υποκαθίσταται όχι από μια απάρνησή του, αλλά από την ιδεολογία περί αυτού, όπως περίπου συμβαίνει με όσους διακηρύσσουν ότι είναι ερωτευμένοι με τον έρωτα, αλλά αδυνατούν να ερωτευτούν άνθρωπο με σάρκα και οστά!

Όσον αφορά τώρα την κατανόηση της Ηθικής: Το πρόβλημα με όσους κατηγόρησαν το Χριστό ότι έτρωγε παρέα με πόρνες και τελώνες (Ματθ. 9:11) δεν είναι ότι κατέφευγαν σε συκοφαντία. Αντιθέτως, την αλήθεια έλεγαν. Το πρόβλημά τους έγκειται στο ότι υποκαθιστούσαν τον ζωντανό Θεό με την Ηθική, δηλαδή με έναν κώδικα καλής συμπεριφοράς που έχει τάχα τη δύναμη τηρούμενος να σώζει και παραβιαζόμενος να καταδικάζει. Όμως ο Θεός του Χριστιανισμού είναι απολύτως ελεύθερος. Ελεύθερος από την ειμαρμένη των αρχαίων Ελλήνων, ελεύθερος από τη φθορά, ελεύθερος ακόμη και από την ηθική. Μόνος νόμος του είναι ο εαυτός του. Το ότι είναι ο εαυτός του, δηλαδή το ότι είναι Τριάδα (τρεις υποστάσεις ομοούσιες σε αρραγή κοινωνία), σημαίνει ότι είναι Αγάπη. Η Αγάπη κρίνει τα πάντα και δεν υπόκειται σε τίποτα. Δεν υπάρχει οξύτερη καταδίκη των ηθικιστικών ιδεοληψιών από τον «ύμνο της Αγάπης» του αποστόλου Παύλου (Α' Κορ. 13: 140), ο οποίος τολμά να πει την απλή αλήθεια: όποιος ποντάρει στα υψηλότερα επιτεύγματα δίχως Αγάπη, είναι ντενεκές ξεγάνωτος («χαλκός ήχων ή κύμβαλον αλαλάζον»). Ο Χριστιανισμός είναι δύσκολος, όχι επειδή έχει δύσκολη ηθική, αλλά επειδή με την Αγάπη κρίνει αδυσώπητα την Ηθική. Με αυθεντικά λοιπόν κριτήρια ο Χριστός δεν μπορεί να γίνεται δεκτός επειδή είναι καλός ούτε επειδή είναι δίκαιος ούτε επειδή είναι αγνός. Αν γίνεται δεκτός γι' αυτά, τότε Θεός γίνονται αυτά, αφού υπέρκεινται του Θεού και τον υποχρεώνουν σε συμμόρφωση. Αντιθέτως, η σχέση με τον Θεό καλείται να θεμελιωθεί στην πίστη, με την πρωταρχικότατη έννοια της: εμπιστοσύνη σε ζωντανό πρόσωπο.

Οι επαναπαυμένοι εκ των θρησκευόμενων καλά θα κάνουμε να χάσουμε τον ύπνο μας από τον θόρυβο που κάνει το Ευαγγέλιο πριονίζοντας τα ξυλοπόδαρα κάθε ιδεοληπτικής θρησκευτικότητας. Για φαντάσου παράπονα που θα δεχτεί ο Κύριος όταν οι έσχατοι θα βρεθούν πρώτοι (αυτό κάπως τρώγεται!), αλλά και οι πρώτοι θα πάνε στο τέλος της ουράς!

Σημειώσεις

(1)Γκ. Φερνάντεθ Ντε Λα Μόρα, Το Λυκόφως των Ιδεολογιών (μτφρ. Κ. Τσιρόπουλου), Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1973.
(2)Νορμπέρτο Μπόμπιο, Δεξιά και Αριστερά (μτφρ. Ελεονώρας Ανδρεαδάκη, πρόλογος Κωνσταντίνου Τσουκαλά), εκδ. Πόλις, Αθήνα 1995.
(3)Έριχ Φρομ, Να Έχεις ή να Είσαι, εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα 1978, σ. 173: «Το ερώτημα δεν είναι θρησκεία ή όχι; αλλά τι είδους θρησκεία».
(4) Ernst Cassirer , Η τεχνική των σύγχρονων πολιτικών μύθων (μτφρ. Γερ. Λυκιαρδόπουλου), εκδ. Έρασμος, Αθήνα 1984.
(5) Όπως θα αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, τους όρους θρησκεία και ιδεολογία εδώ τους χρησιμοποιούμε στο πλαίσιο της προσπάθειας μας για εξεύρεση κοινού γλωσσάριου με τον συνομιλητή, πράγμα που σημειώσαμε και στην Προλογική Εξήγηση μας. Ο ενδιαφερόμενος για περαιτέρω εμβάθυνση, θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι κάθε στοχαστής εντάσσει τους όρους μέσα σε μιαν ιδιαίτερη συνάφεια που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Π.χ. ο Κάρλ Μανχάϊμ όριζε τις ιδεολογίες ως τις ιδέες που υπερβαίνουν μεν την ενεστώσα πραγματικότητα αλλά δεν πραγματώνονται ποτέ, αντίθετα προς τις ουτοπίες, οι οποίες είναι μεν ομοίως υπερβατικές, αλλά συχνά δεν αποτελούν παρά «πρόωρες αλήθειες». Βλ. Karl Manheim , Ιδεολογία και Ουτοπία (μτφρ. Γιώργος Ανδρουλιδάκης), εκδ. Γνώση, Αθήνα 1997, σα 231-234, 243. Από την άλλη ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ όριζε ως ουτοπία τον προσδιορισμό μιας ενδοϊστορικής φάσης ως της έσχατης και υψίστης. Βλ. π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Οι μεταφυσικές προϋποθέσεις τον Ουτοπισμού (μτφρ. Ειρηναίος Bulovic ): περιοδικό Εποπτεία 86 (1984), σσ. 42-53. Όπως επίσης, ανάλογα με το νόημα που δίνεται στον όρο θρησκεία, διατυπώνονται διαφορετικές θεολογικές θέσεις περί του αν ο Χριστιανισμός είναι η κατεξοχήν θρησκεία (νοούμενη ως η σχέση Θεού και κόσμου) ή, αντιθέτως, η υπέρβαση της θρησκείας (νοούμενης ως μιας ανθρώπινης δραστηριότητας που προϋποθέτει τείχος ανάμεσα στο Θεό και τον κόσμο). Από την τεράστια σχετική θεολογική βιβλιογραφία, σημειώνουμε εδώ απολύτως ενδεικτικά: Αναστασίου, αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, «Θεολογική κατανόηση των άλλων θρησκειών»: στο βιβλίο του ίδιου, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2000, σσ. 188-206 (αντιπροσωπευτικό της πρώτης θέσης) και Alexander Schmemann , Για να ζήσει ο κόσμος (μτφρ. Ζήσιμος Αορεντζάτος), εκδ. Δόμος, Αθήνα 1987 2 , σσ. 27, 141-171 (αντιπροσωπευτικό της δεύτερης θέσης).
(6)Βλ. Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος, Δοκίμια Ιστορίας των Θρησκειών, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1994, ιδίως σσ. 57-76. Βλ. σχετικά: Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, «Αυτοκρατορία και Έρημος. Η ιστορία και οι αντινομίες της στη σκέψη του π. Γ. Φλωρόφσκυ»: περιοδικό Σύναξη, τχ. 64 (1997), σσ. 27-52.
ΠΗΓΗ:www.romios.bravehost.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου