Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

"Το τσίμπημα της σφίγγας": γράφει ο π. Λίβυος

"Θα ήταν περίπου γύρω στις 8:30 μ.μ όταν τελειώνοντας ο εσπερινός ένας φίλος κληρικός μου ζήτησε να τον μεταφέρω με το αμάξι μου, σε ένα κοντινό χωριό όπου θα έβρισκε συγγενείς του. Σαφέστατα και έπραξα το αυτονόητο, δηλαδή να εξυπηρετήσω τον αδελφό.

Στο δρόμο μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας, μιλούσαμε και γελούσαμε ταυτοχρόνως. Κουβεντιάζαμε και δίναμε ρυθμό στην ρουτίνα της ζωής. Δηλαδή όλα έμοιαζαν όμορφα. Ώσπου κάποια στιγμή το απρόοπτο, ρευστό και συνεχές μεταβλητό της ζωής φάνηκε για ακόμη μια φορά μπροστά μας. Και θύμα του αυτή την φορά είχε εμένα.


Καθώς οδηγούσα και έχοντας το αριστερό χέρι μου στο τζάμι του αμαξιού, αισθάνθηκα κάποια στιγμή ένα έντονο γαργαλητό. Σαν κάτι να περπατούσε με ελαφρά αλλά επικίνδυνα βήματα πάνω στο χέρι μου. Δεν άργησα να καταλάβω ότι πρόκειται για μια σφίγγα. Έτσι αστραπιαία σκεπτόμενος τους πόνους που είχα τραβήξει από το τελευταίο της «φιλί» της στο πρόσωπο μου πριν από μερικούς μήνες, με μια γρήγορη κίνηση την έπιασα καθώς εκείνη όδευε προς το λαιμό μου. Την κρατούσα πλέον γερά στα δάκτυλα μου και έμενε μονάχα μια απλή όχι ιδιαίτερα ισχυρή κίνηση για να την συνθλίψω και να γλιτώσω την τσιμπιά. Την ώρα όμως που την είχα στο χέρι και σκεπτόμουν το τελικό χτύπημα, άλλαξα συχνότητα και μπήκα στο χώρο του ενοχικού φαντασιακού. Δηλαδή στην εικονική πραγματικότητα που θέλουμε να πλάθουμε γύρω μας, αλλά κυρίως μέσα μας, υπερασπιζόμενοι με την μια ή άλλη θεωρία την άρνηση να αποδεχτούμε τον κόσμο που μας περιβάλει τόσο μέσα μας όσο και έξω από εμάς, αν και αυτά τα δύο δεν είναι και τόσο διαφορετικά.


Ετσι αστραπιαία διχάστηκα, η θεωρία μου έλεγε ότι δεν πρέπει να αφαιρώ με κανένα τρόπο μια ζωή, έστω και της μικρούλας χαριτωμένης σφίγγας, από την άλλη όμως η πραγματικότητα με καλούσε να αποφασίσω και να πράξω μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, διαφορετικά το τσίμπημα δε θα το γλίτωνα.


Πήρα την απόφαση να αποδεχθώ για ακόμη μια φορά την θεωρία, την ιδεολογία, αντί της πραγματικότητας της ζωής. Έτσι την άφησα από τα δάκτυλα μου, σταμάτησα το αμάξι στην άκρη του δρόμου, έλυσα το ζωστικό, έβγαλα το μανίκι μου και έδωσα την δυνατότητα στην σφίγγα να ζήσει, φεύγοντας για αλλού.

Μπήκα ξανά στο αμάξι και συνέχισα την πορεία μου μαζί με τον φίλο κληρικό. Αλλά χωρίς να έχω κάνει ουσιαστικά 50 μέτρα παρακάτω, αισθάνθηκα ένα αστραπιαίο και ισχυρό τσίμπημα στο μπράτσο του χεριού μου. Μαράθηκα από τον πόνο, κόπηκε η αναπνοή μου. Η φύση είχε λειτουργήσει, οι νόμοι της, άκαμπτοι και «ανήθικοι» για τα δικά μας μέτρα και σταθμά, για την δική μας ερμηνεία, είχαν παράγει την νομοτέλεια τους.


Τόσο εγώ όσο και ο συνοδηγός μου, φίλος κληρικός, σκεφτήκαμε ότι ίσως να ήμουν αλλεργικός. Αυτό λίγο με πανικόβαλε, αλλά κάτι μου έλεγε ότι δεν θα ίσχυε, και έτσι έγινε.

Ωστόσο δεν ξεμπέρδεψα έτσι εύκολα, αφού, οι πόνοι όλο το βράδυ ήταν φοβεροί, και το άλλο πρωί, το χέρι μου, γύρω από την περιοχή του τσιμπήματος, έκαιγε φοβερά και είχε πρηστεί με τάση το οίδημα να πηγαίνει προς του λεμφαδένες.


Πήγαν ως ήταν φυσικό στη γιατρό η οποία έντρομη μου είπε ότι θα έπρεπε να πάρω αντιβίωση διότι πλέον κινδύνευα από λεμφαδενίτιδα.

Και όλα αυτά γιατί; Μα γιατί για ακόμη μια φορά διάλεξα τον δρόμο του φαντασιακού ιδεαλισμού, της εικονικής πραγματικότητας, που χρόνια πλάθουν ένα κόσμο και έναν άνθρωπο που στην πραγματικότητα εκτός ελαχίστων ξεχωριστών -γι αυτό και τόσο γνωστών- προσωπικοτήτων δεν υπάρχει για την συντριπτική πλειοψηφία του πλανήτη μας.


Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του ανθρώπου ή μάλλον καλύτερα όλων εκείνων που αντιμετωπίζουν σοβαρά ψυχολογικά και άλλα νευρωτικά μπερδέματα, είναι η υποσυνείδητη ισχυρή άρνηση τους, να αποδεχτούν την σκληρότητα και την «άλογη ηθική» του κόσμου αυτού, της φύσης. Ο Χρήστος Γιανναράς σε μια πρόσφατη μελέτη του για την παρουσία του Κακού στο κόσμο, έγραψε μια φοβερή αλήθεια «ότι όπως όλα δείχνουν, η φύση δεν έχει ηθική. Διότι δεν διακρίνει ποιότητες, αλλά τυφλά καταργεί και «εκμηδενίζει» τα πάντα τουλάχιστον από αυτή την μορφή ζωής και πραγματικότητας που βιώνουμε σε αυτό τον κόσμο. Ένας σεισμός θα σκοτώσει χιλιάδες κόσμου χωρίς καμία διάκριση. Νέοι, παιδάκια, γέροι, πλούσιοι, φτωχοί, ταλαιπωρημένοι, λιγότερο ταλαιπωρημένοι, ταλαντούχοι, ατάλαντοι, παραγωγικοί και δημιουργικοί ή μη δημιουργικοί άνθρωποι, όλοι στην δίνη της φύσης που καταπίνει».


Είναι σαφέστατα και το ξέρω και το αντιλαμβάνομαι να δεχτούμε τον κόσμο αυτό όπως είναι, όπως υπάρχει. Είναι σκληρός. Συνεχώς μεταβαλλόμενος και ρευστός. Το γέλιο της χαράς μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου μπορεί να μετατραπεί σε οδύνη, δάκρυ, αβάσταχτο πόνο.

Επίσης γνωρίζω καλά, ότι υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι τόσο εκ φύσεως, όσο και λόγο μορφών και τρόπων που μεγάλωσαν, μπορούν να αντέχουν και να παλεύουν αυτή την αντιφατικότητα του κόσμου. Υπάρχουν όμως και εκατομμύρια άλλοι συνάνθρωποι μας και μέσα σε αυτούς και εγώ, όπου η εικόνα ενός αφιλόξενου κόσμου που μυρίζει θάνατο και φθορά, όρια και σύνορα υπαρξιακά, τους απογοητεύει, τους πληγώνει, τους αναγκάζει να κάνουν φυγές στο φαντασιακό.


Τότε η ζωή μετατρέπεται σε ιδεολόγημα και οι άνθρωποι απλώς πειθαρχούν στην κληρονομιά της ζωής, που στο 90% δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια συνεχής σύμβαση".


ΠΗΓΗ:π. Λίβυος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου