Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

"ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΝΟ..."Του π. Θεοδοσίου Μαρτζούχου Πρωτοσυγγέλου Ι.Μ. Πρεβέζης


Για την κάθε μεγάλη Παρασκευή της Ελένης, της Ελπινίκης, του Ανδρέα…

Ένα ζευγάρι βρίσκεται σε διακοπές. Στο ίδιο ξενοδοχείο κάνει τις διακοπές της μία ομάδα ανθρώπων με αναπηρίες. Το ζευγάρι νοιώθει ζημιωμένο από την παρουσία της ομάδας των αναπήρων και κάνει δικαστική αγωγή αποζημίωσης η οποία γίνεται αποδεκτή και επιδικάζεται αποζημίωση! Η αιτιολογία της απόφασης του δικαστηρίου λέει ότι: "το αναπόφευκτο θέαμα των αναπήρων σε μικρό χώρο, σε κάθε ώρα φαγητού, προκαλούσε αηδία και υπενθύμιζε διαρκώς τον ανθρώπινο πόνο".

* * *

Σ’ ένα κόσμο εγωκεντρικό, σε μία "κοινωνία" που στοχεύει να "περνάς καλά" αόριστα και γενικά, είναι φυσικό να "φυτρώσουν" ιστορίες σαν την παραπάνω. Όσο αποτροπιαστική και αν την ακούμε, τελικά μας... εκφράζει και μη φοβόμαστε να το ομολογήσουμε. Και εμείς αισθανόμαστε, τουλάχιστον δυσφορία, μπροστά στον πόνο! Και σε μας γίνεται απεχθές κάθε οδυνηρό θέαμα. Και εμείς κάνουμε ότι δεν βλέπουμε όταν συναντάμε την σωματική και ψυχική οδύνη.

Σήμερα, Μεγάλη Παρασκευή, έρχεται μπροστά μας καθημαγμένος και αειδής Αυτός που ανέλαβε (δηλαδή πήρε κυριολεκτικά πάνω Του) όλο τον ανθρώπινο πόνο. Αυτός που ταυτίστηκε με τον βρώμικο μετανάστη, με τον ανάπηρο φτωχό με το καθυστερημένο παιδί, με τον ανοϊκό ηλικιωμένο, γενικά με κάθε... ειδική ανάγκη, όπως ειδικά ψευδόμενοι μας αρέσει να λέμε τις αναπηρίες. Ο Χριστός επειδή δεν έχει, αλλά είναι η όντως ΖΩΗ, δεν θέλει να υπεκφύγει συζητώντας ατέρμονα για τον πόνο, αλλά αναλαμβάνει επί του Σταυρού τον πόνο. Δεν συζητάει, δείχνει. Δεν ερμηνεύει, ζει. Δεν φοβάται, αντιμετωπίζει.

Σε μας, όπως λέει ο ποιητής "ετούτα τα φτερά δεν είναι πια φτερά για να πετούν, παρά μόνο ριπίδες να χτυπούν τον αέρα"(T.S.Eliot, Η Τετάρτη των Τεφρών Ι 34-35). Γι᾿ αυτό η φωτιά του πόνου μας τσουρουφλίζει και κραυγάζουμε τρομαγμένοι. Όχι για τον κίνδυνο, μήπως καούμε και δεν μπορούμε να πετάξουμε, αλλά μήπως γίνει δύσμορφη η εξωτερική μας εικόνα... και προκαλέσουμε αηδία..!

* * *

Δεν υπάρχει ανθρώπινη ύπαρξη που να μην έχει δοκιμάσει και γευθεί το πικρό ποτήρι του πόνου. Είναι από τις πρώτες βιολογικές φυσικές εμπειρίες της προσαρμογής στα καινούρια δεδομένα του κόσμου που ερχόμαστε με την γέννηση. Στη συνέχεια με το βίωμα των περιστασιακών ασθενειών μέχρι τις δύσκολες και αφόρητες πολλές φορές συνθήκες ανίατων η και θανατηφόρων ασθενειών, όλοι μας γινόμαστε μέτοχοι λίγο η πολύ στο πελώριο και δυσερμήνευτο σκάνδαλο του πόνου.

Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις ούτε χρήσιμες συνταγές. Ο Χριστός διαμαρτύρεται για εγκατάλειψη, σιωπά, πεθαίνει! Μας λέει ότι η υπόθεση δεν είναι να την σκεφτείς αλλά να την γευτείς. Δεν απαντιέται στο μυαλό αλλά στην καθημερινότητα "του κήπου της Γεθσημανή". Μαζί του, βήμα-βήμα, μας ανεβάζει στο μονοπάτι του κήπου. Δεν γίνεται αλλοιώς αν δεν ανεβούμε θα μείνουμε. Οδυνηρό! Οπωσδήποτε, γιατί η θεϊκή σιωπή δεν αντιμετωπίζεται με ημίμετρα στα οποία έχουμε συνηθίσει. Η ακολουθείς εμπιστευόμενος Αυτόν που σιωπά η φεύγεις!

"Σε παρακαλώ... παρελθέτω τό ποτήριον τοῦτο". Αντί απαντήσεως σιωπή και... "ἄγγελος ἐπιστηρίζων Αὐτόν".

* * *

Πρέπει να αγαπήσεις για να "ακούσεις". Πρέπει να δεις περισσότερα και μακρύτερα από την βόλεψη, την άνεση, την υγεία και τα λεφτά προκειμένου να εγκαταλειφθείς σε Σταύρωση (προσωπική για τον καθένα μας) που θα είναι η αρχή, η είσοδος και η γενεσιουργός αιτία της Αναστάσεως. Πρέπει να έχεις υποννοιαστεί την... απεραντοσύνη του Ωκεανού για να μη καταδικάζεις τον εαυτό σου σε... βάτραχο του πηγαδιού, και για να μπορέσεις να αντέξεις τον πόνο της θεραπευτικής ανατομίας.

Όλο το μυστήριο του πόνου φωτίζεται από το φως που πηγάζει από τον Σταυρό του Χριστού. Αν δεν το βλέπεις αυτό το φως τότε όλα είναι παράνοια, αδιέξοδο και τέλμα. Όταν "δεις" το φως του προσώπου του Χριστού στον Σταυρό, τότε όλα αποχτούν νόημα και αξία· γίνονται δρόμος για να φτάσουμε στην μόνιμη ευτυχία· μας οδηγούν, όπως λέει και πάλι ο ποιητής στην αλλαγή του σκηνικού.

"Είπα στην ψυχή μου, ησύχασε και άσε το σκοτάδι να ’ρθει

επάνω σου, που είναι το σκοτάδι του Θεού.

Όπως σ’ ένα θέατρο, τα φώτα σβήνουν,

για να αλλάξει το σκηνικό".

T.S.Eliot, Τέσσερα κουαρτέτα, ΙΙΙ 112-115

πηγή:Ενοριακό

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου