Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

Ώ παράδεισε, παράδεισε! ημείς ημπορούμεν να σε κερδίσωμεν, μά ημείς δέν ημπορούμεν να σε καταλάβωμεν...


Πρός τον Παράδεισον, είναι δύο οι δρόμοι.

Ο ένας στενός και τεθλιμμένος, λέγει ο Χριστός:
"στενή και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα είς την βασιλείαν των ουρανών".

Στενή, τόσοι ασκηταί, οπού την επεριπάτησαν,

άφησαν οπίσω όλον τον κόσμον και τα εγκόσμια και επέρασαν γυμνοί.

Τόσοι άγιοι μάρτυρες, οπού τον ερράντισαν, όχι με τον ιδρώτα, αλλά με το αίμα,
μα εκείνοι, οπού περιπατούσι με την κεφαλήν πολύ ηψηλήν,
άν δέν χαμηλώσουσιν ολίγον εδώ, δέν χωρούσιν, η οδός είναι στενή.


Εκείνοι, οπού έφαγον πολύ και επάχυναν, άν δέν στεγνώσουσιν εδώ,
δέν χωρούσιν, ο δρόμος είναι στενός.


Εκείνοι, οπού έχουσι ρούχα πολλά, σύρνουσι και πολλά άλλα εμπόδια,
άν δέν ξελαφρθώσιν, εδώ δέν χωρούσιν, η οδός είναι στενή.

Αί γυναίκες, άχ! πολλά, οπού πρέπει να αφήσουν άν θέλουσι να χωρέσωσιν!

Η οδός είναι στενή, στενή και τεθλιμμένη, γεμμάτη ακάνθας και τριβόλους.

Πρέπει να ιδρώσωμεν και πρέπει να αγανακτήσωμεν,
πρέπει να υπομείνωμεν πολλά, πρέπει να ταλαιπωρηθούμεν πολλά,
διά να περάσωμεν, διά να αναβώμεν.

"Δεί ημάς διά πολλών θλίψεων εισελθείν είς την βασιλείαν των ουρανών".

Εκείνοι, οπού έχουσι σάρκα πολλά τρυφεράν
και θέλουσι να περιπατούσιν
επάνω είς τα βαμβάκια και είς τα ρόδα,
εκείνοι οπού έχουσι στομάχι αχαμνόν και δέν ημπορούσι να χωνεύσωσι ένα λόγον, εκείνοι, οπού θέλουσι την ανάπαυσιν και την τρυφήν,
εδώ δεν χωρούσιν, ο δρόμος είναι στενός και τεθλιμμένος.

Ποίος θέλει να υπάγη είς τον Παράδεισον;

Όλοι θέλουσι, μα όλοι άς ηξεύρωσιν πώς η οδός είναι στενή και τεθλιμμένη.

Είναι και άλλος ένας δρόμος πλατύς και ευρύχωρος,
από τον οποίον περνά ένα αμάξι.

Εδώθεν βλέπω και επέρασεν ένας προφήτης Ηλίας μοναχός:
"άρμα πυρός και ίπποι πυρός".


Μά άφησε την μηλωτήν του και έπεσε και τότε επέρασε.

Θέλεις και εσύ χριστιανέ, να υπάγης είς τον παράδεισον,
από την πλατείαν οδόν, καθώς ο Ηλίας;

άρμα πυρός, ήγουν θερμή αγάπη πρός τον Θεόν και τον πλησίον:
"έν ταύταις ταίς δυσίν εντολαίς, όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται.
Πάσης γάρ αρετής εστιν υπόθεσις, και έν τούτω σωζόμεθα πάντες".

Ο Ηλίας διά να ανεβή είς τον ουρανόν, έρριψεν επάνωθέν του το ρούχόν του.

Όπου θέλει να ειπή,
πώς είς τον παράδεισον δέν ανεβαίνομεν
με τα ρούχα τα εδικά μας,
και με τα ξένα πώς;


Μα το ρούχον του Ηλιού τί ήτον; μία μηλωτή,
μία γούνα και η γούνα είναι ένα δερμάτι, και ο Ηλίας το έρριψεν.


Οπού θέλει να ειπή: εσύ, όπου γδέρνεις ή με ένα ή με άλλον τρόπον τα πρόβατα,
είς τον παράδεισον δέν ανεβαίνεις με ξένα δερμάτια.

Ξέγνιασέ το, με ρούχα ξένα, με ξένα δερμάτια δέν ανεβαίνεις είς τον παράδεισον.

Ώ παράδεισε, είναι δυνατόν ότι και ημείς,
οπού είμεθα άνθρωποι, οπού είμεθα χριστιανοί,
διά ένα τόσον ολίγον πράγμα, να θέλωμεν να χάσωμεν ένα τόσον μεγάλον καλόν!

Ένα παράδεεισον διά μιάς ώρας χαράν!


"Ώ παράδεισε, παράδεισε!
ημείς ημπορούμεν να σε κερδίσωμεν,
μά ημείς δέν ημπορούμεν να σε καταλάβωμεν"
Ηλία Μηνιάτη
Λόγος "περί Παραδείσου"
Κυριακή Ε΄ των Νηστειών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου