Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

Τών φανερών και αφανών ευεργεσιών:Γράφει ο εκλεκτός Θεολόγος Ηλίας Λιαμής


Καθώς ο δήμος μαζεύει τα τελευταία ξεραμένα έλατα των φετινών εορτών μας, ο αέρας παίρνει μαζί του τις τελευταίες ευχές, τις ίδιες αυτές κοινότυπες ευχές, που ντύνουν κάθε χρόνο τις χρονιάρες ημέρες μας.


Φέτος όμως, μαζί με τα «χρόνια πολλά», τα «ό,τι επιθυμείτε» και το διαχρονικό «πάνω απ΄ όλα υγεία», η ευχή «καλή χρονιά» συνοδευόταν από το «κι η φετινή να πάει και να μη γυρίσει».


Πήραμε κι εμείς θέση στην εξέδρα των επισήμων για την υποδοχή. Και βέβαια αφελείς δεν ήμαστε.


Χρόνο με το χρόνο οι ευχές μάς υπενθυμίζουν όλο και περισσότερο την αδυναμία τους να αλλάξουν την πραγματικότητα. Όσο για κείνο το «πάνω απ΄ όλα υγεία», χρόνο με το χρόνο, όλο και πιο ειρωνικά κουνάμε το κεφάλι. Μπορεί αφελείς να μην ήμαστε, δεν ήμαστε. πάντως και ολότελα συνεπείς ανάμεσα σε αυτά που υποτίθεται δίνουν νόημα στη ζωή μας και με αυτά που δεχόμαστε σαν πραγματικότητα


Ας μη γελιόμαστε: Όσο κι αν έχουμε τις δικαιολογίες μας, ήμαστε κι εμείς ένα μέρος του παιχνιδιού του κόσμου, που ξέρει, ή να θυμάται και να νοσταλγεί ένα πάντα καλύτερο παρελθόν (χαρακτηριστικές φράσεις: πού ΄ναι τα χρόνια εκείνα, πώς καταντήσαμε κλπ) ή να οραματίζεται ένα καλύτερο μέλλον

(χαρακτηριστικές φράσεις: όλα να σου έρθουν δεξιά,

ό,τι επιθυμείς κλπ).


Έχουμε κι εμείς παραδώσει την ψυχή μας σ΄ ένα κόσμο, που έχει ξεχάσει να ζει στο παρόν. Από το παρελθόν κρατάς ό,τι θέλεις, το μέλλον το πλάθεις με τη φαντασία σου όπως θέλεις, όμως το παρόν είναι η μόνη πραγματικότητα, που δεν την ορίζεις. Το μόνο που ορίζεις, είναι η ματιά που θα του στείλεις. Το παρόν βιώνεται ως γεγονός αποδοχής. Και την ώρα της αποδοχής, ή γκρινιάζεις ή ευχαριστείς.


Το γεγονός είναι πως δεν ήμαστε σε εποχή, που το «ευχαριστώ» βγαίνει εύκολα.(Να , κι εγώ τώρα γκρινιάζω!)


Έχουμε πειστεί, πως η ζωή διαρκώς μας χρωστάει. Κάτι οι διαφημίσεις με εκείνο το περίφημο «γιατί τ΄ αξίζεις», κάτι η χλιδή των επωνύμων των εντύπων και των καναλιών, ζούμε κυρίως με το αίσθημα αυτών που μας λείπουν, παρά αυτών που έχουμε. Αυτό συμβαίνει και στους πρωτοχρονιάτικους απολογισμούς.


Ξέρουμε καλά τι κακό μας έτυχε και τι δεν καταφέραμε ούτε και φέτος να αποκτήσουμε. Ποτέ όμως δεν ασχολιόμαστε με το πόσα καλά μας συνέβησαν ή και με το πόσα κακά δεν μας βρήκαν. Η ευγνωμοσύνη για ό,τι μας συμβαίνει ή δεν μας συμβαίνει, δεν είναι καν θέμα πίστης. Είναι θέμα ευφυΐας και ειλικρινούς παρατηρητικότητας των καταστάσεων, που μας περιβάλλουν. Πόσο πρέπει να σκεφτεί ένας άνθρωπος για να διαπιστώσει το πόσα τραγικά θα μπορούσε να του είχαν συμβεί, αλλά και τις πόσες ευκαιρίες, που πέρασαν για τον καθένα ανεκμετάλλευτες;


Και αν για έναν άνθρωπο που ο ορίζοντάς του περιορίζεται σε τούτο τον κόσμο, η κάποια στωικότητα και η κάποια γαλήνη είναι θέμα συνεπών λογικών συνειρμών, για κάποιον, που το νόημα και οι αιτίες των πραγμάτων κρέμονται από μια Πατρική πρόνοια, είναι θέμα στοιχειώδους υπαρξιακής συνέπειας. Η πίστη δεν κάνει τη ζωή ευκολότερη. Ούτε τον πόνο εξαλείφει, ούτε τα διλήμματα καταργεί. Κρατάει όμως ανοιχτό το μυστήριο του χρόνου και τον μετατρέπει από απτή εναλλαγή γεγονότων σε ευκαιρία. Η πίστη νικάει τον χρόνο, όχι μόνο ως προς την τελική έκβαση μιας γήινης διαδρομής, αλλά και ως προς τον καθημερινό χειρισμό του.


Γιατί, όπως λέει και ο κύριος Διονύσης Σαββόπουλος σε ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του,

« ...;ο χρόνος τρέχει χύμα

και εμείς του δίνουμε το σχήμα»


Δυσκολευόμαστε, γιατί ευτυχία στη ζωή μας έγινε το εύκολο και το βολικό.


Κι ας ξέρουμε πως τίποτε της προκοπής δεν έχει γίνει από μας

σε ώρες χαλάρωσης και αναπαμού.


Κι ας ξέρουμε, πως μετά το πρώτο σοκ, όταν ήρθαν τα δύσκολα, είδαμε με έκπληξη τον εαυτό μας να ενεργοποιεί άγνωστες δυνάμεις και να του ανοίγονται απροσδόκητες δυνατότητες, με μεγαλύτερη την φανέρωση της αγάπης του θεού για τον κόσμο, με΄σα από το δικό μας πρόσωπο. θεωρητικά το ξέρουμε πως τα Χριστούγεννα δεν είναι μόνο γιορτή αλλά και σκοπός και πως η Παναγία δεν είναι μόνο στήριγμα ,

αλλά και υπόδειγμα.


Κι αν είναι δύσκολο να το θυμόμαστε και πιο δύσκολο να το πραγματώνουμε, ήμαστε βέβαιοι, πως τα προσωπικά μας χριστούγεννα και η προσωπική μας θεοτοκία περνάει μέσα από τα δύσκολα της Βηθλεέμ

και του Γολγοθά.


Η βάπτισή μας μάς έχει κάνει οχήματα της θεϊκής παρουσίας, που περιμένει να φανερωθεί, πρώτα στην προσωπική μας ζωή και μετά στο «εδώ» και στο «τώρα» που μας δέχτηκε, μέσα από δρόμους, που ο κόσμος αποφεύγει και οι προβολείς απεχθάνονται.


Έχουμε τέσσερις - πέντε θεομητορικές γιορτές το χρόνο, συν καμιά εκατοστή φορές που θα ακούσουμε μέσα στο χρόνο το «Της Παναγίας αχράντου..», συν άλλες χίλιες που θα πούμε «βοήθα Παναγία μου», αλλά δυσκολευόμαστε να δούμε τη ζωή με τη δική της ματιά, μια ματιά που διακρίνει ένα θείο σχέδιο πίσω από τις περιστάσεις

και που θέλει τον άνθρωπο για συνεργό.


Γιατί αυτό είναι χρόνος: Η αποκάλυψη ενός σχεδίου αγάπης του Θεού για μας προσωπικά και για όλο τον κόσμο. Ένα σχέδιο, στο οποίο τίποτε δεν αφήνεται στην τύχη και τίποτε δεν είναι ικανό να το ακυρώσει, εκτός ...; ίσως ...;ίσως ...;από τη δική μας άρνηση.


Ζούμε και κινούμαστε και μιλάμε και ενεργούμε κάθε στιγμή χωρίς να μπορούμε να δούμε γύρω μας μια διαρκή πάλη ανάμεσα στις συνέπειες των λαθών μας και στην αγάπη του Θεού.


Έχουμε για αυτονόητη την καθημερινότητά μας, τις πάγιες συνήθειές μας, την υλοποίηση των προγραμμάτων μας, που, όπως έλεγε και η Ιωάννα Τσάτσου, «τα βλέπει ο Θεός και γελάει».


Και όταν έρθει η ώρα να μας κάνει λίγο, λιγάκι ο Θεός εργαλείο της αγάπης του, για μας ...;για μας τους ίδιους, όταν έρθει η ώρα να πάρουμε εμείς λίγο, λιγάκι από την ευθύνη και τον κόπο της ωρίμανσής μας,, έρχεται στην καρδιά μας η δυσθυμία του ξεβολέματος και στα χείλια μας


Γρηγόρη η εξήγηση της ...; «κακιάς ώρας».


Θεός-χρόνος και εμείς. Από αυτά τα τρία, τα δύο δεν τα ελέγχουμε.

Το τρίτο όμως είναι ο εαυτός μας.


Ήμαστε εμείς, που μπορούμε να στρέψουμε τη ματιά και την καρδιά μας, τόσο στη θέρμη μιας παρουσίας που συνεχώς μας νοιάζεται, όσο και στο εργαλείο της, το χρόνο, που φτιάχτηκε, όχι μόνο για να διαγράψουμε μια πορεία από αρχή σε τέλος, αλλά για να αναγνωρίζουμε διαρκώς φανερές και αφανείς ευεργεσίες, σταγόνες αιωνιότητας στο σκληρό χωροχρόνο της ζωής αυτής, που είναι όμως σε θέση να καρπίσουν τα δικά μας, μικρά σποράκια των καλών μας προθέσεων και των λιγοστών μας δυνάμεων και να τα μεταμορφώσουν σε πανύψηλα πλατάνια δροσιάς και σκιάς πρώτα για μας τους ίδιους κι έπειτα για όλους εκείνους που δεν έμαθαν, δεν μπόρεσαν ή που δεν θέλησαν μέχρι τώρα να στρέψουν τα μάτια στον ουρανό και να πουν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους ένα «δόξα τω Θεώ» για ό,τι μας βρήκε, για ότι μας συμβαίνει και για ό, τι θα συναντήσουμε στο καινούργιο,

τον ευλογημένο και καλοδεχούμενο νέο χρόνο.


Θείο δώρο η χρονιά που πέρασε.


Αν θέλουμε , μας αφήνει σοφότερους και καλύτερους.

Θείο δώρο η νέα χρονιά.


Πυλός στα χέρια μας, που περιμένει και αυτή και ο Θεός και ο κόσμος να της δώσουμε σχήμα χαράς και δοξολογίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου