Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Ο π. Ιάκωβος Τσαλίκης του Αρχιμανδρίτη π. Κυρίλλου, Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Οσίου Δαυίδ Ευβοίας


Ο γέροντας γεννήθηκε στις 5 Νοεμβρίου 1920 από ευσεβείς γονείς. Την Θεο­δώρα από το Λιβίσι της Μικράς Ασίας και τον Σταύρο από την Ρόδο.


Η οικογένεια της μητέρας του ήταν γνω­στοί στο Πατριαρχείο, ευερ­γέτες των σχολείων της Μάκρης και με σπουδαία εκκλη­σιαστική παράδοση.


Στις αρ­χές του 1922 «Τούρκοι πιάσανε τον πατέρα του ο οποί­ος οδηγήθηκε στα βάθη της Ασίας. Μετά την καταστρο­φή η οικογένεια του ακολού­θησε τον σκληρό δρόμο της προσφυγιάς.


Το καράβι τους μετέφερε στην Ιτέα και από εκεί πήγαν στην Άμφισσα Ε­κεί για καλή τους τύχη το 1925 βρήκαν τον πατέρα του μικρού Ιακώβου και μαζί πλέ­ον η οικογένεια μετακινήθη­κε στο χωριό Φαράκλα της Εύβοιας.


Ο μικρός Ιάκωβος ή­ταν επτά χρονών και είχε μά­θει απέξω την θεία Λειτουρ­γία χωρίς να γνωρίζει γράμ­ματα. Το 1927 πήγε σχολείο και διακρίθηκε για τις επιδό­σεις του.


Η αγάπη του για την εκκλησία ήταν έκδηλη. Την ί­δια χρονιά εμφανίσθηκε μπροστά του η Αγία Παρασκευή και του φανέρωσε το λαμπρό εκκλησιαστικό του μέλλον ενώ συχνά διάβαζε ευχές, προσευχόταν και θε­ράπευε συγχωριανούς του.


Το 1933 τελείωσε το δημοτικό αλλά οι οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας του δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει στο γυμνάσιο. Ακολούθησε τον πατέρα του στην δουλειά του.

Ο μητροπολίτης Χαλκίδος εντυπωσιασμένος από το ψάλσιμο του τον χειροθέτησε αναγνώστη. Από το 1938 και μετά η ζωή του ήταν καθαρά ασκητική. Έτρωγε λί­γο, κοιμόταν ελάχιστα, προ­σευχόταν συνεχώς και δού­λευε σκληρά.


Τα βάσανα και οι κακουχίες της κατοχής τα­λαιπώρησαν τους άτυχους πρόσφυγες. Τον Ιούλιο του 1942 πέθανε η μητέρα του προλέγοντας του ότι θα γίνει ιερέας.


Το 1947 ο Ιάκωβος πήγε στρατιώτης. Τα πειράγ­ματα των συναδέλφων του που του είχαν βγάλει το παρατσούκλι ο «πάτερ Ιάκω­βος» αλλά και ο χλευασμός τους δεν τον πτοούσαν. Ο δι­οικητής του τον εκτιμούσε ι­διαίτερα και ήταν από τους λίγους που κατάλαβε το λαμπρό μέλλον που θα είχε το νεαρό προσφυγόπουλο.


Με­τά την απόλυση του από το στρατό (1949) ο Ιάκωβος σε ηλικία 29 χρονών χάνει και τον πατέρα του. Ο αγώνας του τώρα για να αποκατα­στήσει την αδελφή γίνεται εντονότερος, χωρίς όμως να παραμελεί αυτό το οποίο πο­θεί από τα παιδικά του χρό­νια.


Να γίνει μοναχός.



Έχοντας εκπληρώσει την επιθυμία της μητέρας του, να παντρέψει την αδελφή του το Νοέμβριο του 1952 προ­σέρχεται στο μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ στις Ροβιές, για να εκπληρώσει και την δική του επιθυμία Σε ηλικία 32 ε­τών πλέον ο Ιάκωβος γίνεται δόκιμος μοναχός και στις 19 Δεκεμβρίου 1952 στην Χαλ­κίδα ο Μητροπολίτης Γρηγόριος τον χειροτόνησε ιερέα.


Έτσι συνέχισε η ζωή του α­σκητή Ιάκωβου, εργασία στο μοναστήρι, προσευχή στο ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ, οι θεοπτίες και θαύματα τα ο­ποία με τον καιρό πλήθαιναν.


Ο βαθμός άσκησης του ήλθε σε υψηλά πνευματικά επίπε­δα και πολλές φορές οι δαί­μονες τον έδειραν βάναυσα.


Ο ίδιος έβλεπε και συνομι­λούσε συχνά με τους οσίους Δαβίδ και Ιωάννη Ρώσο, ενώ το προορατικό του χάρισμα ήταν σπουδαίο.


Τον Αύγου­στο του 1963 με θαυμαστό τρόπο ταΐσε με δυόμισι οκά­δες μανέστρα, 75 εργάτες με πλουσιοπάροχες μερίδες και περίσσεψε και μισή κα­τσαρόλα.!


Στις 25 Ιουνίου 1975 ο γέροντας Ιάκωβος ανέλαβε το πηδάλιο της μονής της μετανοίας του. Από την λιτοδίαιτη και ασκητική ζωή η υγεία του άρχισε να κλονίζεται.


Οι φλέβες του ποδιών του ήταν σάπιες, έκανε εγ­χείριση Βουβωνοκήλης, σκω­ληκοειδίτιδας, προστάτη, καρδιάς και σύμφωνα με τις μαρτυρίες του καθηγητή Κρεμαστινού που του έβαλε τον βηματοδότη «..η θεία δύνα­μη κρατούσε τον παππού..».


Από το 1990 και μετά ο γέ­ροντας δεν είχε πλέον δυ­νάμεις και οι κρίσεις στην υ­γεία του αυξήθηκαν.


Τον Σεπτέμβριο του 1991 μετά από μικροεμφράγματα νοσηλεύθηκε στο Γενικό Κρατικό.


Ε­πιστρέφοντας στην μονή έ­παθε φλεγμονή η οποία εξε­λίχτηκε σε πνευμονία


Ο ίδιος είχε διαισθανθεί το τέλος του.


Το πρωί της 21ης Νοεμ­βρίου 1991 πήγε στην ακο­λουθία, έψαλε και κοινώνη­σε. Μετά εξομολόγησε μερικούς πιστούς και έκανε τον γύρο της μονής εσωτερικά και εξωτερικά.


Το εξομολόγησε μία πνευματι­κή του κόρη, ενώ τον υποτα­κτικό του Ιλαρίωνα, τον οποίον εκείνη την μέρα θα χει­ροτονούσε σε ιεροδιάκονο ο μητροπολίτης Χαλκίδος.


Μό­λις ήλθαν οι πατέρες ο γέ­ροντας προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά ζαλίστηκε. Η αναπνοή του βάρυνε, ο σφυγ­μός του εξασθένησε και από τα χείλη του βγήκε ένα μικρό φύσημα. Ο γέροντας είχε πά­ρει πλέον τον δρόμο για την μακαρία ζωή.


Οι λαϊκοί που ειδοποιήθηκαν γη την κηδεία του ήταν ελάχιστοι. Τα τηλέ­φωνα πήραν φωτιά ο ένας στον άλλο μετέδιδαν το θλι­βερό γεγονός.


Την επόμενη μέρα χιλιάδες κόσμου κατέ­κλυσαν το μοναστήρι, κληρι­κοί όλων των βαθμίδων, πνευματικοπαίδια του γέροντα από όλη την Ελλάδα, ήλθαν να δώσουν τον τελευταίο α­σπασμό.


Η αυλή της μονής ή­ταν κατάμεστη.


Η νεκρώσι­μος ακολουθία εψάλη στο ύ­παιθρο και μετά από τους επικήδειους λόγους, ο πρώην Κεφαλληνίας Προκόπιος εί­πε να υψώσουν το φέρετρο ψηλά να δουν οι πιστοί τον Όσιο γέροντα.


Μόλις εφάνη το ιερό λείψανο με μία φωνή οι χιλιάδες των πιστών κραύ­γασαν « Άγιος, Άγιος».


Σήμερα 18 χρόνια ακριβώς με­τά από εκείνη την ημέρα που γράφονται οι γραμμές αυτές, έχει γίνει πλέον πεποίθηση σε όλη την Ελλάδα ότι ο γέ­ροντας Ιάκωβος με τα δεκά­δες μετά θάνατον του θαύ­ματα, έχει καταταγεί στην χο­ρεία των Αγίων.


Μένει να το αντιληφθούν και οι εκκλη­σιαστικοί μας ταγοί και να του δώσουν και αυτοί την θέση που του αρμόζει και επί­σημα στην ιεραρχία της Ορ­θόδοξης Εκκλησίας.


Εμείς αιτούμεθα από τον γέροντα Όσιο Ιάκωβο να μας προστα­τεύει και να πρεσβεύει υπέρ ημών στον Κύριο και Θεό μας.


πηγή:"Πεμπτουσία"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου