Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

Αρχιμανδρίτου Δοσιθέου: Λόγος Πανηγυρικός είς τόν έν Αγίοις Πατέρα ημών Νεκτάριον


Αγαπητοί αδελφοί του ιστολογίου
" Ευδρομούντων Αλείπτης"
τόν λόγο που ακολουθεί τόν έγραψε
ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης
π.Δοσίθεος
Ηγούμενος τής Ιεράς Μονής
Παναγίας Τατάρνης
Ευρυτανίας
για τίς ανάγκες του Μετοχίου τής Μονής
επ΄ονόματι
του Αγίου Νεκταρίου
στο Καρπενήσι.
Μετά τήν ανάγνωσή του, μας τον προσέφερε "ώς αντίδωρο αγάπης"
Τόν ευχαριστούμε πολύ.





Λόγος Πανηγυρικός
είς τόν έν Αγίοις Πατέρα ημών
Νεκτάριον τόν Αρχιεπίσκοπον
τής κατά Κυρήνην Πενταπόλεως,
τού έν Αιγίνη ασκήσαντος και θαυματουργού,


ευλόγησον πάτερ!




"Εγκωμιαζομένων δικαίων

ευφρανθήσονται λαοί".


Συνήλθομεν και πάλιν,


αδελφοί και πατέρες, μονασταί και μιγάδες,παρθένων χοροστασίαι και ευλαβών ορθοδόξων χορείαι, συνήλθομεν λέγω, ίνα τιμήσωμεν έν αγρυπνίαις, έν παρακλήσεσι και δεήσεσι,τον σήμερον εορτάζοντα άγιο,

τον όσιον και ιεράρχην, τον μάρτυρα τη προαιρέσει,

τον θριαμβευτή, εν τη παλαίστρα του παρόντος βίου,

τον εν θαυματουργίαις τρισμέγιστον,

τον εν αρεταίς περιβοητον και εξάκουστον,

τον ευκλεά αρχιεπίσκοπον της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης

επισκοπής Πενταπόλεως της κατ' Αίγυπτον Κυρήνης, το υπόδειγμα των επισκόπων, το πρότυπον των μοναζόντων, το προπύργιον της Ορθοδοξίας,

του χριστεπωνύμου πληρώματος την χαρμονήν, την βρύσιν των θαυμάτων, των ασθενούντων την παράκλησιν, των χειμαζομένων την καρτερίαν,

της Εκκλησίας την ευπρέπειαν.


"Εγκωμιαζομένου δικαίου ευφρανθήσονται λαοί" ψάλλει ο παροιμιαστής.


Και μάλα εικότως.


Τα εγκώμια και αι ψαλμωδίαι, αι πάννυχοι στάσεις και αι θείαι λειτουργίαι, οι πανηγυρικοί λόγοι και οι ευσεβείς αναγνώσεις, πάντα ταύτα και πολλά άλλα γίνονται προς έπαινον του δικαίου, του οσίου, του αγνού, του πινυτόφρονος.


Και φέρουσιν εις τας καρδίας των ευσεβών ευφροσύνην, αγαλλίασιν , χαρμονιν.


Πώς και διατί: Διότι ο έπαινος του δικαίου κατέρχεται ως δρόσος Αερμών, ως δρόσος επ' άγνωστιν και ως νιφετός επί χόρτον επί τας ακοάς των ευσεβών και κατακήλει αυτάς, ευφραίνει το πνεύμα,

χαροποιεί την καρδίαν, αναπαύει την ψυχήν, και κατατέρπει τα αισθητήρια, ειρηνεύει τους λογισμούς, κατακοιμίζει τα πάθη, κατευνάζει

σαρκός τα οιδήματα, βεβαιοί την πίστιν, κραταιοί την ελπίδα,εδράζει την αγάπην.


Αύτη δε η πνευματική ευφροσύνη προέρχεται εκ του ότι εγκωμιάζεται ο "δίκαιος".


Ουχί ο ήρως, ουχί ο στρατηλάτης, ουχί ο άρχων η ο εξουσιαστής, αλλ' ό "δίκαιος".


Μη λησμονώμεν ότι "δίκαιος" ουκ εστιν ο απλώς συμφώνως τω ανθρωπίνω δικαίω ζων, ή ο τη φαρισαική δικαιοσύνη το ζην προσμετρών, αλλ'ο ενάρετος, ο φοβούμενος τον Κύριον, όστις εστίν ο όντως δίκαιος και τας δικαιοσύνας αγαπών.


Δίκαιος εστίν ο πορευόμενος εν το νόμω Κυρίου, όστις έστιν ο μόνος όντως δικαιος.

(μηδεν σοι και τω δικαίω εκείνω, παρήγγειλεν έντρομος η σύζυγος του Πιλάτου).


Έστιν δίκαιος ως αληθώς, ο πάσας τας εντολάς του Κυρίου τηρών, ο ακριβής του Ευαγγελίου φύλαξ, ο τέλειος κατά το Κυριακόν " τέλειοι έσεσθε ότι ο Πατήρ

υμών τέλειος έστι", ο συμφώνως τω ουρανοβάμονι Παύλω "επί την τελειότητα φερόμενος".


Δίκαιος ουν ο Πατήρ κατά την αψευδή πρόσρησιν του Υιού "Πατερ δίκαιε" (Ίωαν. Ι7,35).


Δίκαιος ο Υιός κατά Πέτρον τον πρωτοκορυφαίον. "Απέθανε δίκαιος υπέρ αδίκων" ( Α Πέτρου 3,Ι8) και Ιωάννην τον Επιστήθιον και Ηγαπημένον "Παράκλητον έχομεν

προς τον Πατέρα, Ιησούν Χριστόν δίκαιον" (Α' Ιωαν. 2,Ι)


Αλλά δίκαιοι και όσοι μετέχουν του Όντως Δικαίου.


Δίκαιος ο πρωτόθυτος και πρωτοδίκαιος ποιμήν, ο Άβελ, κατά την του Κυρίου μαρτυρίαν:

"από του αίματος Άβελ του δικαίου εως του Ζαχαρίου του υιού Βαράχιου'.


Δίκαιος ο Νώε κατά την μαρτυρίαν αυτού του Κυρίου Σαβαώθ:

" ότι είδον σε δίκαιον εναντίον μου".


Δίκαιος ο Ιώβ ο πολύαθλος:

"ου γαρ ευρέθη εν τοις καιροις εκείνοις άνθρωπος άμεμπτος, δίκαιος "κατα της Γραφής μαρτυρίαν.


Δίκαιος ο Ιωσήφ ο Μνήστωρ:

όστις ων "ανήρ δίκαιος" ουκ ήθελε την Θεοτόκον Μαρίαν παραδειγματίσαι.


Δίκαιος ο τίμιος Πρόδρομος, το της ερήμου κάλλιστον θρέμμα,το στρουθίον το μονάζον επί δώματος.Εγνώριζε γαρ τούτον Ηρώδης ο Αντίπας, το έκγονον ασπίδος, ο

σκύμνος ο του πατρός αυτού Ηρώδου αγριότερος, "άνδρα δίκαιον και άγιον".


Δίκαιος ο άγιος Απόστολος Ιάκωβος ο αδελφόθεος και πρώτος ιεράρχης Ιεροσολύμων, ο και παρ' Ιουδαίων "δίκαιος" επονομαζόμενος.


Δίκαιοι οι τίμιοι προφήται και οι πανεύφημοι απόστολοι, κατά την αψευδή μαρτυρίαν του Κυρίου "ο δεχόμενος δίκαιον εις το όνομα δικαίου, μισθόν δικαίου λήψεται".


Δίκαιοι οι άγιοι μάρτυρες οι καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες.

Μακαρία η γη η δεξαμενή τα αίματα αυτών και άγιαι αι σκηναί αι δεξάμεναι τα σώματα αυτών.


Επαξίως αναδείχθησαω δαιμόνων φυγαδευταί και βαρβάρων πολέμιοι. Εισί τα έμψυχα ιερεία, τα λογικά ολοκαυτώματα, τα τέλεια θύματα του Θεού.


Δίκαιοι και οι όσιοι Πατέρες, οι τας ερήμους πολίσαντες και τον Βαπτιστήν μιμησάμενοι.


Ποία γλώσσα λαλήσει τους ιερούς εν πνεύματι αγώνες αυτών,

τα άθλα των αρετών,

την τήξιν του σώματος, τας παλαίστρας των παθών,εν αγρυπνίαις, εν ευχαίς και τοις δάκρυσι;


Ούτοι εν κόσμω, ώσπερ άγγελοι όντως όφθησαν.


Δίκαιος και ο προς ευφημίαν προκείμενος άγιος, ο όσιος, ο άμεμπτος Νεκτάριος.


Δίκαιος ως Ιεράρχης ,δίκαιος ως μάρτυς, δίκαιος ως όσιος.


Όλος ων ιερωμένος Θεώ και ολοτρόπως αυτώ εκ παιδός ανακείμενος, κατόρθωσεν πάσας τας αρετάς ως μίαν.


Η ιερά αυτη και θεία της Εκκλησίας μέλισσα συνεκέντρωσεν εις το σίμβλον της ψυχής ότι ιερόν, ότι ωραίον, ότι θεάρεστον.


Επαινετόν και ψυχοφελές είναι, φιλέορτον σύστημα, ίνα μετά του αγίου Ιωάννου της κλίμακος ακολουθήσομεν τας εν τη κλίμακι των αρετών αναβάσεις τούτου του θειοτάτου πατρός, αναβάσεις βαθμίδων εν ιδρώτι και μόχθω πολλλω.


Και κατά πρώτον απέκτησεν ο θείος τούτος ανηρ εκ νεότητος αυτού τας τρεις πρώτας και βασικάς αρετάς την φυγήν του κόσμου,την απροσπάθειαν και τη ξενιτείαν.


Μείραξ έτι ων έφυγεν εκ της ενεγκαμένης πόλεως, της Σηλυβρίας και επορεύθη εις την πασών των πόλεων υπερφέρουσαν, την Κων/πολιν.


Είτα μετέβη εις Χίον ένθα εκάρη μοναχός και εχειροτονήθη διάκονος.


Εσπούδασεν εις Αθήνας, κατήλθεν εις Αίγυπτον ένθα εχειροτονήθη πρεσβύτερος και είτα επίσκοπος, διωχθείς κακώς επανήλθεν εις Αθήνας, έμεινεν εις Λαμίαν και Χαλκίδα

ως Ιεροκήρυξ, επανήλθεν εις Αθήνας και τέλος εύρε κατάπαυσιν εις την νήσον της Αιγίνης.


Ην αεί ξενιτεύων και ζων ως ξένος επί ξένης, μιμούμενος και εν τούτω τον Κύριον τον ζήσαντα ως ξένον επί ξένης, τον υπό των ιδίων ξενωθέντα και ξένω τρόπω θανατωθέντα.


Αεί εμιμνήσκετο του ότι Χριστιανοί πατρίδας οίκουσιν αλλ' ως ξένας,

διότι άλλος τόπος αναμένει τον χριστιανόν η ουράνια πατρίς.


Έφευγε δε και τας επηρείας των κατά σάρκα συγγενών, αδελφούς και αδελφάς και μητέρα θεωρών τους φυλλάσοντας τον νόμον του Θεού και τηρούντας τας εντολάς αυτού.


Και έζη μεν εν το κόσμω, ολοτελώς όμως έξω

κόσμου και των ηδονών αυτού ευρισκόμενος, μόνον κόσμον έχων το κοσμείν εαυτών διά των αρετών.


Αλλά και την απροσπάθειαν εκτήσατο ο όσιος.


Ουδέποτε εδεσμεύθει προς τι το φθαρτόν και επίγειον, μόνην προσπάθειαν

έχων τω αρέσαι Χριστώ και συν Αυτώ ζην.


Είχε και την μακαρίαν υπακοήν, την θεοειδείς ποιούσαν τους ανθρώπους.


Υπήκουεν τοις προεστώσιν αυτού, και τοι πολλάκις ηδίκουν καταφόρως αυτόν και εξετέλει αγογγύστως τας εντολάς αυτών, και τοι πολλαί ήσαν παράλογοι, γινώσκων ότι εφόσον ο Κύριος εγένετο υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού, έδει ίνα και αυτός συσταυρωθεί Αυτώ διά της υπακοής.


Περί δε μνήμης θανάτου και χαροποιού πένθους, απόδειξις σαφής τα

αείρροα δάκρυα, οι εκ βάθους στεναγμοί και αι ικεσίαι προς την μεσίτριαν προς τον φιλάνθρωπο Θεόν, την Κυρίαν λέγω Θεοτόκον.

Λειβάδας κατέχεε δακρύων πενθών και σκυθρωπάζων, αλλ' εν τη χαρά της εν Χριστώ σωτηρίας, μυστικώς ακροώμενοςτο "χαίρετε και πάλιν έρω χαίρετε".


Είχε και την σιωπήν, λαλών μόνον τα εμπρέποντα και τα προς σωτηρίαν συντείνοντα, νουνεχώς δε και συντόμως, έχων τους λόγους αυτού άλατι ηρτημένους.


Το πλέιστον της ζωής αυτού εσιώπα, μνημονεύων Θεού μάλλον 'η αναπνέων, ειδώς ότι γέννημα της πολυλογίας και της ευτραπελείας έστι το ψεύδος, του δε ψεύδους πατήρ ο διάβολος.


Έζη εν παντί αληθεύων ο γαννάδας, ουδέποτε ψευσθείς 'η αποκρύψας τι εκ της αληθείας,

έστω και αν τούτο είχεν επιπτώσεις εις την σταδιοδρομίαν αυτού.


Ένήχετο εις την αλμυράν θάλασσαν των ψευδολόγων και των υποκριτών και ουδέποτε ηβουλήθη ιν ομοιάση αυτοίς.Διό και ων δίκαιος εθεωρήθη "δύσχρηστος" υπό των συγχρόνων του ομοσχήμων αλλ' ουχί ομογνομόνων.


Ουδέποτε έπεσεν όμως εις την παγίδα της παρρησίας, ήτις εγγίζει τα όρια του θράσους.


Ήτο ευγενής, προσηνής, καλοκάγαθος ως είναι πας ο φοβούμενος το Κύριον.Απουσίαζεν εξ αυτού η ακηδία.Η συγγραφή ογκωδεστάτων συγγραμάτων, η μελέτη του Θείου Νόμου, το εργόχειρον, και κυρίως αι εντός του ναού και του κελλίου αυτού αγρυπνίαι, αι πυκναί γονικλισίαι εκάλυπτον τας ώρας της ημέρας και της νυκτός.


Ζών εν Χριστώ ουδέποτε ηκηδίασεν, διότι η ακηδία ίδιον εστί χριστιανών ψυχρών περί τα πνευματικά και αεί μένοντα.


Αλλ' έλθωμεν και εις την αρετήν της μετανοίας, ήτις έστιν συνειδότος καθαρισμός, εκούσιος πάντων των θλιβερών υπομονή.


Που παρά τω αγίω Νεκταρίω γέλωτος εμφάνεια; που αργολογία;

Που παρρησία; που θυμός; που οργή; που θεραπεία σώματος; που ίχνος κενοδοξίας; που τρυφής ελπίς; που εν αυτώ μέριμνα επιγείου τινός;


Ήκουσε του Κυρίου ειπόντος “μετανοείτε και πιστεύετε τω ευαγγελίω” και έζησεν εν διαρκεί μετανοία, το στήθος ισχυρώς τύπτων, απεκδεχόμενος το έλεος του Κυρίου και επαναλμβάνων το του ψαλμωδού “ επίφανον το πρόσωπόν σου Κύριε και σωθησώμεθα”.


Ιδού και η επάρατος μνησικακία. Πολλά και ανήκουστα υπό πολλών υπέφερε δεινά ο άγιος.


Συκοφαντίας, ύβρεις, προπηλακισμούς.


Αλλ’ αυτός μιμούμενος τον εν παντί αμνησίκακον Δεσπότην Χριστόν, όστις “λοιδορούμενος ουκ αντελοιδώρει, και πάσχων, ουκ ηπείλει“, συνεχώρει πάντας, ειρήνευε πάντας κατά το ψαλμικόν “ μετά των μισούν των την ειρήνην ημήν ειρηνικός”. “Υπομένων υπέμενε τον Κύριον” και ουδέποτε εμνησικάκει κατά τινός, μη κακολογών, μη κατακρίνων, μήτε αντιλέγων.


Περί δε της εγκρατείας του οσίου πατρός ημών περιττόν ηγούμαι ιν’ αναφέρω τι.


Εγίνωσκε γαρ είπερ τινα και άλλον ότι κόρος βρωμάτων πορνείας πατήρ, θλίψις δε κοιλίας, αγνείας πρόξενος.


Έζη βίον λιτότατον ενθυμούμενος το “κράτει κοιλίας, πριν αυτή σου κράτηση”.


Όδευε την στενήν και τεθλιμένην οδόν της νηστείας εν παντί εγκρατευόμενος.


Ουδέποτε έδωκεν άνεσιν τη γαστρί και τω λάρυγγι.


Ούτω παλεύων και πυκτεύων εκτήσατω αγνείαν και σωφροσύνην. Εσταύρωσε την εαυτού σάρκαν, συν παθήμασι και ταις επιθυμιαίς .


Κατώρθωσε δε τούτω δια της ταπεινώσεως και της επιγνώσεως, ότι “ εάν μη Κύριος φυλάξη πόλιν εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων”.


Διό και εγένετο έξω σαρκός, την πολιτείαν έχων το όντι ισάγγελον, καθ’ ότι όστις σάρκα ενίκησε, ούτος φύσιν ενίκησεν, ο δε φύσιν νικήσας πάντως υπέρ φύσιν εγένετο


Αλλ’ ισάγγελος βίον απαιτεί και την ισάγγελον ακτημοσύνην.


Ακτήμων γαρ μοναχός του κόσμου Δεσποτης, Ουδέν εκτήσατο εν τω κόσμω τούτω, ουκ οικίας, ου κτήματα, ουδέ χρήματα.


Έζη πτωχός μιμούμενος τον πτωχόν Ιησούν, όστις ουκ είχε που την κεφαλήν κλίναι.


Πολλάκις εστερήθη και αυτού του επιουσίου άρτου, ενώ οι αυτού ομόβαθμοι ευφραίνοντο καθ’ ημέραν λαμπρώς.


Εγκρατείαν ώθεν μαράνας την σάρκα, ενίκησεν και τον ύπνο, όσον το δυνατόν τη ανθρωπίνη φύσει.


Εν ταις νυκτερινές ακολουθίαις ύστατο ως στύλος ακλόνητος, κατά δε το πλείστον της νυκτός προσηύχετο μετά δακρύων και στεναγμών αλαλήτων

εκμειλίσσων το θείον υπέρ τε των εαυτού αμαρτημάτων και των του λαού αγνοημάτων.


Τη προσευχή και τη δεήσει ενδυναμούμενος , ουδέποτε εδειλίασεν εξ εφόδου δαιμόνων, ουδέξ ανθρώπων καταδρομών. Δίκαιος γαρ ως λέων πέποιθε.


Είς ήθος ηγεμονικόν ουδεμίαν χώραν έχει το νηπιώδες της δειλίας ήθος.


Και εν ω ην ναύς έμφορτος εκ παντοίων αρετών, ουδέποτε εκενοδόξασε, ουδέποτε ησθάνθη νύξεις οιήσεως.


Είχε φρόνημα ταπεινόν κι συνεσταλμένον. Εγίνωσκε ότι του όντος ταπεινόφρονος ίδιον έστιν ου το εαυτό, ευτελίζειν, αλλ’ ονειδιζόμενον παρ’ ετέρων μη μειούν την προς αυτούς αγάπην.


Διό και τα κατ’ αυτού ονείδη ως επαίνους ελογίζετο, ηγούμενος εαυτόν μακάριον ότι διά το όνομα του Κυρίου ωνειδίζετο.


Υπέρ δε των διωκτών αυτού προσηύχετο εκτενώς.


Άμεσον επακολούθημα της μεγάλης ταπεινώσεως αυτού,


ην η πραότης, το μειλίχιον, η απλότης εις τους τρόπους.


Ήκουσε το “μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην” και επέγνω ότι “εν καρδίαις πραέων αναπαύεται ο Κύριος” και ότι η ψυχη ταραχώδης διαβόλου καθέδρα.


Έφθασεν δε και εις το απόνηρον και την ακακίαν του προπτωτικού Αδάμ.


Απόνηρος, ανυπόκριτος,ταπεινός ων, έσχε και την πασών αρετών υπερφέρουσαν,την διάκρισιν, αισθανόμενος ότι γη ην και σποδός, σκώληξ και ουκ άνθρωπος, όνειδος ανθρώπων και εξουθένημα λαού.


Διά της ευδιακρίτου διακρίσεως έφθασεν εις τελειότητα “επιγινώσκων εν τη ψυχη ποία μεν του συνειδότος, οία δε του Θεού, ποία δε δαιμόνων έννοια”.


Άλλαις λέξεσιν εγινωσκε και τας λεπτομερεστέρας του λογισμού κινήσεις, διέκρινε τάς διαθέσεις της ψυχής, τι προήρχετο εκ του Θεού και τι την ενέργειαν δαιμόνων. Και ταύτα πάντα έχων, εύρε κατάπαυσιν και την μακαρίαν ησυχίαν, την εν Χριστώ Ιησού.


Κύματα τεράστια εκ πόντου μελαμβαφούς έπληξαν τον άγιον, καταδρομαί εξ ανθρώπων πονηρών, εκ δαιμόνων προσβολαί, αλλ ουκ ίσχυσαν αυτόν πτοήσαι. Ωκοδόμητο γαρ επί την πέτραν. Άνεμοι, ποταμοί και πλημμύραι ουκ ίσχυσαν καταλύσαι το της ψυχής αυτού στερέμνιον και αντίτυπον.


Η θάλλασα του βίου δεινός κάτωθεν ανεμοχλεύετο, αλλ’ ούτος μετά του Ιησού εν τω προσκεφαλαίω εκοιμάτο, ησυχάζων και ενδομύχως ευχόμενος την μονολόγιστον ευχήν του Ιησού.


Προσευχή γαρ έστι ένωσις ανθρώπου και Θεού, Θεού καταλλαγή, δακρύων μήτηρ, και πάλιν θυγάτηρ, αμαρτημάτων ιλασμός, πειρασμών γέφυρα, αγγέλων έργον, η μέλλουσα ευφροσύνη, αρετών πηγή, χαρισμάτων πρόξενος, τροφή ψυχής.


Βασίλισσαν των αρετών ωνόμασαν ταύτην οι Άγιοι πατέρες. Ταύτης ηράσθη και ο Άγιος Νεκτάριος.


Άπας ο βίος αυτού ην προσευχή αδιάλειπτος.


Συγγράφων προσηύχετο, κηρύσσων προσηύχετο, εργαζόμενος προσηύχετο, διωκόμενος προσηύχετο.


Ταύτας και τοσαύτας αρετάς, εν αυτώ συλλεξάμενος, έφθασεν εις την απάθειαν,, την παντελή δηλονότι έλλειψιν παθών, ήτις τον νούν αγιάζει, της ύλης και των φθαρτών αφαρπάζει, προς τας πνευματικάς θεωρίας απαίρει.


Απαθής δε κυρίως υπάρχει και γνωρίζεται ο την σάρκα αφθαρτοποιήσας, τον νουν της κτίσεως ανυψώσας και τας αισθήσεις πάσας Κυρίω τω Θεώ υποτάξας.


Και μένουσι τρία ταύτα. Πίστις, ελπίς, αγάπη. Μείζων δε πάντων η αγάπη.


Και τις των συγχρόνων αυτού έσχεν μείζονα πίστιν ώστε όρη μεθιστάνειν, τις ελπίδα ως άγκυρα ασφαλή τε και βεβαίαν, τις αγάπην ίνα και υπέρ των διωκόντων υπερεύχεται, ως ο εν αγίοις πατήρ ημών Νεκτάριος;


Τις δύναται κρείττων αυτού εξειπείν:

«Τις ημάς χωρίσει της αγάπης του Χριστού, θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα; καθώς γέγραπται ότι ένεκά σου θανατούμεθα όλην την ημέραν, ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής» .


Πλήρης ούν ών της αγάπης προς τον Κύριον, πλήρης γέγονε και της θεολογίας, δόξη και τιμή και πίστει, θέμεθλος υπάρχων της ακραίφνους ημών πίστεως.


Εκ τούτω πάντων αλλά και εκ πολλών άλλων, άτινα επιλείψει με ο χρόνος διηγούμενον, ανεδείχθει και ο Άγιος Νεκτάριος, ω ευσεβές και φιλόσιον και φιλήκοον εκκλησίασμα,


“δίκαιος” και θαυματουργός, ως οι προφήται, οι απόστολοι, οι μάρτυρες, οι όσιοι.


Εκ τούτων πάντων εξηγείται και η τιμή και η αγάπη του λαού του Θεού προς τον άγιον του εικοστού αιώνα.

Εκ τούτων πάντων ερμηνεύεται και η πνευματική αγαλλίασις και ευφροσύνη πάντων ημών.


“Εγκωμιαζομένου δικαίου, ευφρανθήσονται λαοί”.


“Πάντα γαρ, ιν’ ενθυμηθώμεν του Θεολόγου Γρηγορίου, εις καλόν την παρούση πανηγύρει συντρέχει και συναγάλλεται……….Νύν δίκαιος, όσιος και μάρτυς, λαμπροίς τοις βήμασι συγκαλείται λαόν φιλόχριστον και τους άθλους δημοσιεύει”.


Ηγωνίσθη, επάλαισεν, επύκτευσεν, ηγιάσθη.


Πάντων των αγίων ανεμάξατο τάς αρετάς. Μωύσεως το πράον, Ηλιού το ζήλον, Προδρόμου το άσαρκον, Πέτρου την ομολογίαν, Ιωάννου την θεολογίαν, Βασιλείου το σύννουν, Γρηγορίου το φυγαδεύειν, Χρυσοστόμου την παρρησίαν, Αντωνίου το ησυχαστικόν, Παχωμίου το κοινοβιακόν, Φωτίου την παίδευσιν, Γρηγορίου Παλαμά το ορθόδοξον.


Εγένετο σκεύος εκλογής και δοχείον της θείας χάριτος. Δόξασας τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν εν τη ζωή ταύτη, αντεδοξάσθη παρ’ αυτού και γέγονε θαυματουργός και ποταμός χαρίτων, ιατρός ψυχών και σωμάτων, αντιλήπτωρ νοσούντων, παρακλήτωρ των εν ανάγκαις.


Ώς μάρτυς έχει το απαράτρεπτον, ως όσιος την παρρησίαν, το πρεσβεύειν ως Ιεράρχης.


Πρέσβευε ούν, αγιώτατε πάτερ Νεκτάριε, τω εν Τριάδι αγία δοξαζομένω και προσκυνουμένω Θεώ υπέρ του κόσμου παντός, της Αγίας του Χριστού Εκκλησίας, της από περάτων έως περάτων γης διεσπαρμένης, της Αγίας σου Μονής, ην μετά κόπων πολλών ανήγειρας, της πόλεως ταύτης, πάσης μονής, πόλεως και χώρας, εξαιρέτως δε υπέρ του ιερού σου τούτου Ναού, ον σκέπε και φρούρει και διαφύλλατε εις αιώνας.


Πρέσβευε και υπέρ ημών των αγρυπνούντων εις τιμήν και δόξαν σην, όπως αναβαίνωμεν την κλίμακα των αρετών και μη εξαρπάση ημάς ο βύθιος δράκων,


μηδέ καταπίη ημάς άδης ο παμφάγος.


Τω δε σε θαυμαστώσαντι Θεώ δόξαν τιμήν και κράτος αναπέμπομεν, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι , νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων,


Α Μ Η Ν


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου