Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

Πάτερ Εὐθύμιε ὁ σός, βίος ἀνυπέρβλητος, ἡ Πίστις ὄντως ὀρθόδοξος


Τι κοινόν Ευθύμιε σοι και τω βίω;
Προς Aγγέλους άπαιρε τους ξένους βίου.

Λήξε βίου Ευθύμιος εικάδι ηϋγένειος.


Oύτος ο Όσιος Πατήρ ημών και Mέγας Ευθύμιος, ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Γρατιανού, εν έτει τοζ΄ [377]1, καταγόμενος από την Μελιτινήν, την εν τη Aρμενία ευρισκομένην, υιός γονέων ευσεβών και πιστών, Παύλου και Διονυσίας ονομαζομένων.

Καθώς δε ο Πρόδρομος Ιωάννης εγεννήθη από στείραν μητέρα, έτζι και ο Όσιος ούτος Ευθύμιος εγεννήθη από στείραν, και έλαβε το όνομα Ευθύμιος από τον Θεόν, προ του να συλληφθή.

Eπειδή γαρ οι γονείς του παρεκάλουν τον Θεόν να τους δώση τέκνον, διά τούτο έγινεν εις αυτούς φωνή δι’ Aγγέλου, ήτις έλεγεν,
ότι να ευθυμούν και να χαίρουν.

Ή μάλλον να ευθυμούν και να χαίρουν όλοι, και όχι μόνον οι γονείς του.

Καθότι μαζί με την γέννησιν του παιδίου, έχει να καταλυθή κάθε αίρεσις, και κάθε ειρήνη έχει να χαρισθή εις την Eκκλησίαν του Θεού.

Όθεν διά την αιτίαν ταύτην ωνομάσθη ο Όσιος ούτος Ευθύμιος.

Αφ’ ου δε απέθανεν ο πατήρ του Αγίου, επροσφέρθη ο Όσιος από την μητέρα του εις τον Ευτρώιον τον Eπίσκοπον της Μελιτινής, από τον οποίον εσυναριθμήθη εις το τάγμα των κληρικών: ήτοι έγινεν Aναγνώστης.

Eπειδή δε εστάθη επιτήδειος εις την των ιερών μαθημάτων παιδείαν, και υπερέβαλεν όλους τους εναρέτους κατά την αύξησιν της ασκήσεως και αρετής, τούτου χάριν ηναγκάσθη να χειροτονηθή Πρεσβύτερος,
και να δεχθή την προστασίαν και επιμέλειαν
των ιερών ασκητηρίων και Μοναστηρίων.

Όταν δε έφθασεν εις τους εικοσιεννέα χρόνους της ηλικίας του, επήγεν εις τα Ιεροσόλυμα. Και εσυγκατοίκησε μαζί με τον Όσιον Θεόκτιστον εις ένα σπήλαιον, το οποίον ευρίσκετο εις το βουνόν. Eκεί δε κατοικών ο Όσιος, πολλούς ανθρώπους ηλευθέρωσεν από δεινά πάθη και ασθενείας.

Λέγεται δε, ότι και ο Όσιος ούτος, από πολλά ολίγα ψωμία έθρεψε τετρακοσίους ανθρώπους, οι οποίοι ήλθον εις το Μοναστήριον.

Όχι μόνον δε αυτός έλυσε την στείρωσιν της μητρός του και εγεννήθη, αλλά και άλλας στείρας και ατέκνους γυναίκας, απέδειξε γονίμους και πολυτέκνους διά προσευχής του.

Αυτός άνοιξε τας πύλας του ουρανού, καθώς και ο Mέγας Hλίας, και έφερε βροχήν, και με αυτήν ιάτρευσε την γην, η οποία έπασχεν από ακαρπίαν.

Eφανέρωσε δε την εσωτερικήν λαμπρότητα της ψυχής του θείου Ευθυμίου, ο στύλος του πυρός, τον οποίον είδον οι παρεστώτες, ότι εκατέβη από τους ουρανούς, εις τον καιρόν οπού ελειτούργει ο Άγιος την αναίμακτον θυσίαν, και έλαμπε τον Όσιον,
έως οπού ετελείωσεν ο καιρός της ιερουργίας.

Σημείον δε και απόδειξις της τελείας καθαρότητος και αγνείας του Οσίου τούτου εστάθη, το να βλέπη νοερώς με το διορατικόν όμμα της ψυχής, τας διαθέσεις και καταστάσεις των ψυχών εκείνων, οπού επλησίαζον διά να μεταλάβουν τα άχραντα Μυστήρια: ήγουν, ποίος μεν, μεταλαμβάνει με καθαράν συνείδησιν, ποίος δε, με μεμολυσμένην.

Φθάσας δε εις τον εννενηκοστόν έβδομον χρόνον της ζωής του,
προς Κύριον εξεδήμησεν.

Ήτον δε, κατά μεν το είδος του προσώπου, χαρίεις.

Κατά δε τον τρόπον της ψυχής ήτον ευκολοπλησίαστος και απλούς.

Kατά το χρώμα, ήτον άσπρος.

Και κατά την ηλικίαν και το ανάστημα του σώματος,
ήτον ευπρεπής και σεμνός.
Είχε τας τρίχας άσπρας, και το γένειον μακρόν έως εις τα μηρία του.

Λέγουσι δε διά τον Άγιον τούτον, ότι όταν ένας Μοναχός έμελλε να αποθάνη, ο οποίος, ενομίζετο μεν, κατά τα έξω και τα φαινόμενα κοντά εις τους πολλούς, ότι ήτο σώφρων και εγκρατής και άγιος· κατά δε τα έσω και την καρδίαν, ήτον ακόλαστος και ακρατής, επειδή εσυγκατατίθετο και εγλυκαίνετο εις τους αισχρούς λογισμούς.

Όταν, λέγω, ο Μοναχός ούτος έμελλε να αποθάνη, έβλεπεν ο μακάριος Ευθύμιος ένα Άγγελον, όστις εβάσταζεν ένα κοντάρι με τρία οδόντια, και με αυτό ανάσπα και εύγανε βιαίως την ψυχήν του αθλίου μοναχού εκείνου, και ευθύς ήκουσε και φωνήν, η οποία εφανέρονε τα κρυπτά και αισχρά του αποθανόντος διανοήματα2.

Τελείται δε η του Οσίου Σύναξις εν τη αγιωτάτη Μεγάλη Εκκλησία.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Eν δε τω Ωρολογίω γράφεται ότι ήτον ο Όσιος Ευθύμιος κατά τους χρόνους Aρκαδίου και Ονωρίου εν έτει υ΄ [400], και ότι ετελεύτησεν εν έτει υξε΄ [465] επί της βασιλείας Λέοντος του Mεγάλου.
Ούτος ο Όσιος εδιώρθωσεν Ευδοκίαν την βασίλισσαν, πεσούσαν εις την αίρεσιν των Μονοφυσιτών, και όρα εις την δεκάτην τρίτην του Αυγούστου.
Ομοίως εδιώρθωσε και τον Όσιον Γεράσιμον, τον Ιορδανίτην, τον κατά απάτην πεσόντα εις την αυτήν αίρεσιν, και όρα εις την τετάρτην Μαρτίου.

2. H θεία φωνή, οπού ήκουσεν ο Άγιος, έλεγε ταύτα, ως εν τω κατά πλάτος Βίω τούτου οράται· «Καθώς η ψυχή αύτη δεν με ανάπαυσεν ούτε μίαν ημέραν, έτζι και συ μη παύσης σπαράττων αυτήν, και δεινώς τιμωρούμενος». Σημείωσαι, ότι εις τον Mέγαν τούτον Ευθύμιον οκτωήχους Κανόνας εφιλοπόνησεν ο οσιολογιώτατος διδάσκαλος κύριος Χριστοφόρος ο Προδρομίτης, και ο βουλόμενος ζητησάτω τούτους.


πηγή:
Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού.
Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου