Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

"Μαρία ,είσαι στα δεξιά μου.Τους αποχαμένους αναζητώ. Στα πηχτά σκοτάδια γυρίζω! Στους βούρκους ψάχνω για μαργαριτάρια..."


...Όσοι έμαθαν το μυστικό,
ξεκινούσαν τη Μεγάλη Τρίτη για ένα παλιό εκκλησάκι
των Αναφιώτικων,
ξέροντας πώς εκεί
θα νιώσουν το τροπάριο στη δόξα του,

επειδή η γυναίκα που ανάβει τα καντήλια ήταν, λέει, τέτοια.


Δέν την ξανάπε κανείς Μαριγούλα.

Λέγεται Μαρία.


Μαυροντυμένη, ταπεινή, σαρώνει,
ξεσκονίζει,
καθαρίζει κι ανάβει τα καντήλια.

Μα το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης η υπηρέτρια της εκκλησίας,

απο φόβο να μην τη γνωρίσει κανένας παλιός γνώριμος

-ίσως και εκείνος-
άν και τώρα είναι αγνώριστη, χώνεται απο νωρίς σε μια γωνιά,


μέσα στις γυναίκες κι αφού ασφαλίσει μια πήχυ τόπο
για γονατίσματα
και μετάνοιες, σταυροκοπιέται και στηθοκοπιέται
απο την αρχή ώς το τέλος της ακολουθίας.

Βέβαια.

Ένα καλό μάτι, άν κοιτάξει το πρόσωπό της
μέσα
στον ίσκιο του μαύρου μαντιλιού που κρύβει απ΄τον κόσμο,

θα διάβαζε την περασμένη της αμαρτία!

Στα μάτια της όσο κι άν έκλαψαν, είναι ακόμα ένα φώς αμαρτωλό.

Το κάψιμο του φτιασιδιού δε φεύγει απο τα μαγουλά της.

Κάτι απόμεινε στο πρόσωπο της, απ΄την καταφρονιά της κοινωνίας.

Άν και το κελί της στην αυλή της εκκλησίας
είναι όλο φτώχεια και τύψη, ασβεστωμένο, γυμνό,
με ένα ξυλοκρέβατο, μια στάμνα και μια κασέλα,

η Μαριγούλα υποψιάζεται πώς το πρόσωπό της είναι προδότης.

Και το βυθίζει σ΄ένα πλατύ μαύρο μαντίλι.


Μα ο κόσμος κάτι έμαθε.

Είναι τίποτα που δέν το ξέρει ο κόσμος;

Να τους που ξεκινούν απο μακριά κι έρχονται και γίνονται πολλοί
και περιμένουν ορθοί τη Μεγάλη Τρίτη
με την ιδέα πώς εκεί,
που είναι κανδηλανάφτης μια τέτοια,
θα ακούσουν αληθινό τροπάριο.

Γιατί κι ο Χριστιανός ακόμα θέλει παράσταση!


Η φτωχή Μαριγούλα, μ΄ένα τέτοιο αόρατο φόβο,

χώνεται απο νωρίς σε μια ολοσκότεινη γωνιά μέσα στις γυναίκες.


Και αφού ασφαλίσει δύο πήχες τόπο,
τόσο που να γονατίζει γρήγορα
και να΄ναι πλατιές οι μετάνοιες της, σταυροκοπιέται και στηθοκοπιέται
απ΄την αρχή ώς το τέλος της ακολουθίας.


-Μαρία, της λέγει ο Σταυρωμένος
(επειδή κάθε Μεγάλη Τρίτη τον ακούει να της μιλεί),
αγάπησες πολύ και επόνεσες;


Είσαι αδελφή μου!


-Κύριε!Κύριε!

Ευδόκησες να μιλάς σε τέτια γυναίκα;

Και πέφτει κάτω και φιλεί τις πλάκες.

-Μη δέρνεσαι, Μαρία!

Είσαι στα δεξιά μου.

Τους αποχαμένους αναζητώ.


Στα πηχτά σκοτάδια γυρίζω!


Στους βούρκους ψάχνω για μαργαριτάρια.


Στους χαμούς και στα πεσίματα δοξάζομαι!

Ο πόνος σου είναι δικός μου.

Και σε λίγο που η γυναίκα κοιτάζει
το αγκάθινο στεφάνι του, της λέει:

-Κοίταξε!

Το ίδιο αγκάθι φύτρωσε για τα πόδια σου
και για την κεφαλή μου, Μαρία.

Η Μαρία πέφτει κάτω με το μέτωπο
στις πλάκες
κι ακούει το τροπάριο ακίνητη, σαν πεθαμένη.

Ζαχαρία Παπαντωνίου

"Η αδελφή του Νυμφίου"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου