Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

Τι είναι αιώνια κόλαση και τι αιώνιος παράδεισος και ποιος είναι πραγματικά υπεύθυνος γι’ αυτή τη διαφορά



Στην εικόνα της Δευτέρας Παρουσίας βλέπουμε τον Κύριό μας
Ιησού Χριστό καθήμενο επί θρόνου.

Στα δεξιά του βλέπουμε τους φίλους του, τους ευλογημένους άνδρες
και γυναίκες που έζησαν με την αγάπη Του.

Αριστερά Του βλέπουμε τους εχθρούς Του, όλους αυτούς που τον μισούσαν στη ζωή τους, ακόμα και αν εμφανίζονταν ευλαβείς και θεοσεβείς.

Κι εκεί, στη μέση αυτών των δύο, βλέπουμε έναν πύρινο ποταμό να πηγάζει από το θρόνο του Χριστού και να έρχεται πρός εμάς.

Τι είναι αυτός ο πύρινος ποταμός;

Είναι όργανο βασανισμού;

Είναι μια ενέργεια εκδίκησης που έρχεται από το Θεό γιά να εξαφανίσει τους εχθρούς του;

Όχι, τίποτα απ’ όλα αυτά.

Ο πύρινος αυτός ποταμός είναι εκείνος ο αρχαίος που “εκπορεύεται
εξ Εδέμ ποτίζειν τον παράδεισον” (Γεν. β΄ 10).

Είναι ο ποταμός της χάρης του Θεού
που πότιζε τους αγίους του Θεού από την αρχή.

Με μια λέξη, είναι το ξεχείλισμα της αγάπης του Θεού
γιά τα πλάσματά Του.

Η αγάπη είναι φωτιά.

Όποιος αγαπάει το γνωρίζει αυτό.

Ο Θεός είναι Αγάπη.

Επομένως, ο Θεός είναι Φωτιά.

Και η φωτιά καταναλώνει όλους εκείνους που δεν είναι οι ίδιοι φωτιά και κάνει λαμπερούς και φωτεινούς όλους εκείνους που είναι οι ίδιοι φωτιά (παράβ. Εβρ. ιβ΄ 29).

Πολλές φορές ο Θεός εμφανίστηκε σαν φωτιά: στον Αβραάμ, στό Μωυσή στη φλεγόμενη βάτο, στό λαό του Ισραήλ, δείχνοντάς τους στην έρημο το δρόμο, σαν μια πύρινη στήλη τη νύχτα και σαν φωτεινή νεφέλη την ημέρα, όταν κάλυπτε τη σκηνή του μαρτυρίου με τη δόξα Του
(Έξοδος, μ΄ 28,32),
και όταν έβρεχε φωτιά στην κορυφή του όρους Σινά.

Ο Θεός αποκαλύφθηκε σαν φωτιά στό όρος της Μεταμορφώσεως και είπε ότι ήρθε “βαλείν πύρ επί την γήν” (Λουκ. ιβ΄ 49), δηλαδή αγάπη, γιατί όπως λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος
“η αγάπη είναι πηγή πυρός”
(ομιλία λ΄ 18).

Ο Έλληνας συγγραφέας Φώτης Κόντογλου έλεγε κάπου ότι
"η πίστη είναι φωτιά και δίνει θερμότητα στην καρδιά".

Το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε στα κεφάλια των αποστόλων
εν είδει πυρίνων γλωσσών.

Οι δύο μαθητές, σαν φανερώθηκε σ’ αυτούς ο Κύριος, είπανε:
“πώς δεν κάηκε η καρδιά μας τότε που μας μιλούσε στον δρόμο που περπατούσαμε μαζί Του!”

Την πίστη την παρομοιάζει ο Χριστός με “λύχνον καιόμενον”.

Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος έλεγε στό κήρυγμά του πώς ο Χριστός θά βάφτιζε τους ανθρώπους “εν Πνεύματι Αγίω και πυρί”.

Κι αληθινά, ο Κύριος έλεγε: “Φωτιά ήρθα να βάλω στη γή,
και τι θέλω άλλο αν άναψε;

” Λοιπόν το πιο χειροπιαστό γνώρισμα της πίστεως είναι η θέρμη.

Γι’ αυτό λέγεται και “θερμή πίστις”, θερμουργός πίστις.

Και όπως το γνώρισμα της πίστεως είναι η θέρμη, το σίγουρο γνώρισμα της αμαρτίας είναι η ψύχρα.

Θέλεις να καταλάβεις έναν άνθρωπο αν πιστεύει ή αν είναι άπιστος;

Αν νοιώσεις θέρμη να βγαίνει απ’ αυτόν, από τα μάτια του, από τα λόγια του, από τα φερσίματά του,
να είσαι βέβαιος πώς έχει πίστη στην καρδιά του.

Αν νοίωσεις πάλι ψύχρα να βγαίνει απ’ όλο το είναι του θά πεί πώς δεν έχει πίστη, και άς λέει ό,τι θέλει.

Μπορεί να κάνει γονυκλισίες, να γέρνει το κεφάλι του ταπεινά, να λέει ηθικολογίες με σιγανή φωνή, όλα αυτά θά βγάζουνε μια παγερή πνοή
που έρχεται απάνω σου και σε παγώνει κι εσένα”.

Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέει ότι “παράδεισος είναι η αγάπη του Θεού, στην οποία υπάρχει η τρυφή όλων των μακαρισμών”
και ότι “το ξύλο της ζωής είναι η αγάπη του Θεού.

Μη πλανάσθε, λέει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο Θεός είναι φωτιά και όταν ήρθε στον κόσμο και έγινε άνθρωπος, έβαλε φωτιά στη γή,
όπως λέει και ο ίδιος.

Η φωτιά αυτή περιτριγυρίζει, ζητώντας να βρεί ύλη, δηλαδή γνώμη και προαίρεση αγαθή, γιά να πέσει μέσα σ’ αυτή και ν’ ανάψει και σ’ αυτούς που θά ανάψει η φωτιά αυτή υψώνεται σε μεγάλη φλόγα και φθάνει μέχρι τον ουρανό... (η φωτιά αυτή) πρώτα μας καθαρίζει τελείως από το μολυσμό των παθών και μετά γίνεται μέσα μας τροφή και πιοτό και φωτισμός και χαρά και μας κάνει κι εμάς φώς κατά μέθεξη,
γιατί μετέχουμε σ’ εκείνο το φώς (Λόγος οη΄).

Ο Θεός είναι φλόγα αγάπης.

Και είναι φλόγα αγάπης γιά όλους, καλούς ή κακούς.

Υπάρχει όμως μεγάλη διαφορά στον τρόπο που δέχονται οι άνθρωποι
αυτή τη φλόγα αγάπης του Θεού.

Ο άγιος Βασίλειος λέει ότι “το πύρινο ξίφος τοποθετήθηκε στην αυλή του Παραδείσου γιά να προφυλάσσει την προσέγγιση πρός το δέντρο της ζωής. Ήταν φοβερό και πύρινο πρός τους άπιστους αλλά καλό και προσιτό πρός τους πιστούς, φέρνοντάς τους το φώς της ημέρας. η ίδια φλόγα αγάπης φέρνει την ημέρα σε κείνους που ανταποκρίνονται στην αγάπη με αγάπη και καίει εκείνους που ανταποκρίνονται στην αγάπη με μίσος.

Παράδεισος και κόλαση είναι ο ένας και ίδιος ποταμός του Θεού, μια φλόγα αγάπης που αγκαλιάζει και καλύπτει όλους
με την ίδια ευεργετική θέληση, χωρίς καμιά διαφορά ή διάκριση.

Το ίδιο ζωοποιό νερό είναι αιώνια ζωή γιά τους πιστούς και αιώνιος θάνατος γιά τους απίστους.

Γιά τους πρώτους είναι στοιχείο ζωής, γιά τους δεύτερους είναι όργανο αιώνιας ασφυξίας.

Παράδεισος γιά τον ένα, κόλαση γιά τον άλλο.

Μη το θεωρείτε περίεργο.

Ο γιός που αγαπά τον πατέρα του θά αισθάνεται ευτυχισμένος στα χέρια του, αν όμως δεν τον αγαπά, το τρυφερό αγκάλιασμα του πατέρα του θά είναι γι’ αυτόν μαρτύριο.

Γι’ αυτό, επίσης, το να αγαπάμε εκείνον που μας μισεί έχει παρομοιαστεί με το να ρίχνουμε άνθρακα πυρός και καυτή στάχτη στό κεφάλι του.

Λέω δε, γράφει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, ότι οι κολαζόμενοι στη γέεννα τιμωρούνται με τη μάστιγα της αγάπης του Θεού...

Είναι άτοπο να πιστεύει κανείς ότι οι αμαρτωλοί στην κόλαση
στερούνται την αγάπη του Θεού.

Γιατί η αγάπη του Θεού, που είναι απότοκος της γνώσης γι’ Αυτόν, δίνεται αδιάκριτα σε όλους, αλλά ενεργεί κατά δύο τρόπους: τους μέν αμαρτωλούς κολάζει, τους δε δίκαιους ευφραίνει”.

Ο Θεός είναι αγάπη.

Αν πιστεύουμε πραγματικά την αλήθεια αυτή, γνωρίζουμε ότι ο Θεός ποτέ δε μισεί, ποτέ δε τιμωρεί, ποτέ δεν εκδικείται.

Όπως λέει ο αββάς Αμμωνάς, “η αγάπη δε μισεί ποτέ και κανένα, ποτέ δε κατακρίνει κανένα, δεν καταδικάζει, δε λυπεί, δεν αποστρέφεται κανένα, πιστό ή άπιστο ή ξένο ή αμαρτωλό ή μοιχό ή ακάθαρτο, αλλά αντίθετα εκείνους που αγαπά περισσότερο είναι ακριβώς οι αμαρτωλές και αδύνατες και αμελείς ψυχές και γιά τις οποίες αισθάνεται πόνο και λυπάται και κλαίει και νοιώθει συμπάθεια γιά τους κακούς και αμαρτωλούς περισσότερο από τους καλούς, μιμούμενη το Χριστό που κάλεσε τους αμαρτωλούς και έφαγε και ήπιε μαζί τους.

Γι’ αυτό το λόγο, διδάσκοντας τι είναι πραγματική αγάπη, είπε: “γίνεσθε ούν οικτίρμονες καθώς και ο πατήρ ημών ο εν τοις ουρανοίς”, και όπως βρέχει επί πονηρούς και αγαθούς και ανατέλλει τον ήλιο επί δικαίους και αδίκους, έτσι είναι και αυτός που έχει πραγματική αγάπη και συμπάθεια και προσεύχεται γιά όλους”.

Αν τώρα κάποιος μπερδεύεται και δεν μπορεί να καταλάβει πώς είναι δυνατό η αγάπη του Θεού να καταστήσει κάποιον αξιοθρήνητα δυστυχισμένο και πονεμένο, ακόμα και καιόμενο, σαν μέσα σε φλόγες,
άς αναλογιστεί το μεγαλύτερο αδελφό του ασώτου υιού.

Δεν ήταν μέσα στό κτήμα του πατέρα του;

Ο ίδιος ο πατέρας του δε βγήκε να τον παρακαλέσει και να τον ικετεύσει να έρθει και να λάβει μέρος στη χαρούμενη γιορτή;

Τι τον έκανε δυστυχισμένο και τον έκαιγε
με εσωτερική πικρία και μίσος;

Ποιος του αρνήθηκε τίποτα;

Γιατί δε χάρηκε με την επιστροφή του αδελφού του;

Γιατί δεν είχε αγάπη είτε πρός τον πατέρα του είτε πρός τον αδελφό του;

Δεν ήταν από την κακή εσωτερική του διάθεση;

Δεν παράμεινε στην κόλαση από αυτή την αιτία;

Και τι ήταν αυτή η κόλαση;

Ήταν κάποιος ξεχωριστός τόπος;

Υπήρχαν όργανα βασανισμού;

Δε συνέχισε να ζεί στό σπίτι του πατέρα του;

Τι τον ξεχώρισε από όλους τους χαρούμενους ανθρώπους του σπιτιού, εκτός απ’ το μίσος του και την πικρία του;

Μήπως ο πατέρας του ή ακόμα και ο αδελφός του
σταμάτησαν να τον αγαπούν;

Δεν ήταν αυτή ακριβώς η αγάπη που σκλήραινε
όλο και περισσότερο την καρδιά του;

Δεν ήταν η χαρά που τον έκανε λυπημένο;

Δεν έκαιγε το μίσος την καρδιά του, μίσος γιά τον πατέρα του και τον αδελφό του, μίσος γιά την αγάπη του πατέρα του πρός τον αδελφό του και γιά την αγάπη του αδελφού του πρός τον πατέρα του;

Αυτή είναι κόλαση, η άρνηση της αγάπης.

Η ανταπόδοση μίσους στην αγάπη.

Πικρία στη θέα μιας αθώας χαράς.

Το να περιβάλεσαι από αγάπη και να έχεις στην καρδιά σου μίσος.

Αυτή είναι η κατάσταση στην οποία ζούν αιώνια όλοι οι καταδικασμένοι.

Όλοι τους αγαπιούνται τρυφερά.

Όλοι τους είναι προσκαλεσμένοι στη χαρούμενη γιορτή.

Όλοι τους ζούν στη Βασιλεία του Θεού,
στην Καινή Γή και στους Καινούς Ουρανούς.

Κανένας δεν τους διώχνει.

Ακόμα και αν ήθελαν ν’ απομακρυνθούν δε θά μπορούσαν να δραπετεύσουν από τη Νέα Κτίση του Θεού, ούτε να κρυφτούν από την τρυφερή αγάπη της πανταχού παρουσίας του Θεού.

Η μόνη τους εναλλακτική λύση ίσως θά ήταν ν’ απομακρυνθούν από τους αδελφούς τους και ν’ αναζητήσουν μια πικρή μοναξιά, αλλά δε θά μπορούσαν να ξεφύγουν από το Θεό και την αγάπη Του.

Κι αυτό που είναι το πιο τρομερό είναι ότι σ’ αυτή την αιώνια ζωή, σ’ αυτή τη Νέα Κτίση, ο Θεός είναι το πάν γιά τα πλάσματά Του.

Όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης,
“σ’ αυτή τη ζωή τα πράγματα με τα οποία έχουμε σχέση είναι πολυάριθμα γιά παράδειγμα: χρόνος, αέρας, τόπος, τροφή και νερό, ενδυμασία, ηλιακό φώς, τεχνητό φώς και άλλες ανάγκες της ζωής, κανένα από τα οποία, όσα και νάναι, δεν είναι Θεός.

Η ευλογημένη εκείνη κατάσταση στην οποία ελπίζουμε δεν έχει ανάγκη κανένα από αυτά τα πράγματα, αλλά ο Θεός θά είναι όλα και αντί γιά όλα σε μας, μοιράζοντας τον εαυτό Του κατ’ αναλογία
σε κάθε ανάγκη αυτής της ύπαρξης.

Είναι επίσης σαφές από την Αγία Γραφή ότι ο Θεός, σ’ αυτούς που το αξίζουν, γίνεται τόπος και οικία και ένδυμα και τροφή και πιοτό και φώς και πλούτος και βασιλεία και οτιδήποτε περνάει από τη σκέψη που μπορεί να κάνει τη ζωή μας χαρούμενη”.

Στη νέα αιώνια ζωή ο Θεός θά είναι το πάν γιά τα πλάσματά Του, όχι μόνο στους καλούς αλλά και στους κακούς, όχι μόνο σ’ αυτούς που τον αγαπούν αλλά και σε κείνους που τον μισούν.

Πώς όμως, εκείνοι που τον μισούν, θά υποφέρουν να δέχονται τα πάντα από τα χέρια Εκείνου που απεχθάνονται;

‘Ω, τι αιώνιο βάσανο είναι αυτό, τι αιώνια φωτιά, τι τρυγμός των οδόντων!

“Ποτεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι” στην αιώνια εσωτερική φωτιά του μίσους, είπε ο Κύριος, γιατί διψούσα γιά την αγάπη σας και δε μου τη δώσατε, πεινούσα γιά την ευτυχία σας και δε μου την προσφέρατε, φυλακίστηκα στην ανθρώπινη φύση μου και δε με επισκεφθήκατε στην Εκκλησία μου.

Είστε ελεύθεροι να πάτε όπου επιθυμεί η κακή σας προαίρεση, μακριά από μένα, στό βασανιστικό μίσος της καρδιάς σας, που είναι ξένο στη δική μου καρδιά, που αγαπάει και δε γνωρίζει μίσος γιά κανένα.

Πορεύεσθε ελεύθερα από την αγάπη, στην αιώνια κόλαση του μίσους, άγνωστη και ξένη σε μένα και σε κείνους που είναι μαζί μου, προετοιμασμένη από την ελευθερία γιά το διάβολο, από την ημέρα που δημιούργησα τα ελεύθερα, λογικά πλάσματά μου.

Αλλά οπουδήποτε και αν πάτε, στό σκοτάδι των γεμάτων μίσος καρδιών σας, η αγάπη μου θά σάς ακολουθεί σαν πύρινος ποταμός,
γιατί ό,τι και αν έχει εκλέξει η καρδιά σας,
είστε και θά συνεχίσετε αιώνια να είστε παιδιά μου.


Αλέξανδρου Καλόμοιρου
"Ο ΠΥΡΙΝΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ"
Εκδόσεις Ζέφυρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου